A PHP Error was encountered

Severity: Notice

Message: Only variable references should be returned by reference

Filename: core/Common.php

Line Number: 257

A PHP Error was encountered

Severity: Warning

Message: Cannot modify header information - headers already sent by (output started at /home/biomagaz/cwcms_core/system/core/Exceptions.php:185)

Filename: core/Security.php

Line Number: 188

A PHP Error was encountered

Severity: Warning

Message: Cannot modify header information - headers already sent by (output started at /home/biomagaz/cwcms_core/system/core/Exceptions.php:185)

Filename: libraries/Session.php

Line Number: 672

BIO Magazine - Το HPV εμβόλιο στην πρόληψη του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας. Δεκέμβριος 2015
Δεκέμβριος 2015 No38

BIO Health

Το HPV εμβόλιο στην πρόληψη του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας.
Το HPV εμβόλιο στην πρόληψη του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας.

Cervical cancer is the second most common malignancy of the female genital tract worldwide. In Greece 100 women per year die from this cancer. The majority of sexual active individuals are exposed on HPV, the virus that is responsible for the 99.7% of cases with cervical cancer. In this narrative review, the characteristics of HPV, its different subtypes, as well as its correlation with preinvasive lesions and cancer are discussed. The role of the HPV vaccines is also highlighted including information regarding dose, possible side effects or need for booster. The efficacy of vaccination on preinvasive lesions and hopefully cervical cancer prevention is also mentioned. Finally, the guidelines of the Hellenic Society of Colposcopy and HPV Protection and the Hellenic Ministry of Health are also discussed. 

 

 

Ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας είναι η 2η σε συχνότητα κακοήθεια της γυναίκας παγκοσμίως και υπάρχει σημαντική διαφορά ως προς τη επίπτωση μεταξύ των περισσότερο και λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών. Σε ολόκληρο τον κόσμο εμφανίζονται κάθε χρόνο ~470.000 νέες περιπτώσεις καρκίνου του τραχήλου της μήτρας και ~230.000 γυναίκες πεθαίνουν ετησίως από την ασθένεια αυτή. Είναι η δεύτερη συχνότερη αιτία θανάτου γυναικών από καρκίνο στον κόσμο. Στην Ευρώπη ~30.000 γυναίκες εμφανίζουν κάθε χρόνο καρκίνο τραχήλου μήτρας και ~15.000 γυναίκες πεθαίνουν κάθε χρόνο από την νόσο αυτή (~100 στην Ελλάδα).  

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι η μεγάλη πλειοψηφία των σεξουαλικά ενεργών ατόμων έχει εκτεθεί στον ιό HPV. Πιο συγκεκριμένα, ο εκτιμώμενος επιπολασμός σε γυναίκες και άνδρες 15-49 χρόνων είναι 75%. Σύμφωνα, με αυτά τα δεδομένα 25% του σεξουαλικά ενεργού πληθυσμού δε θα παρουσιάσει καμία μόλυνση, 60% θα παρουσιάσει πρωταρχική μόλυνση , 10% υποκλινική λοίμωξη, 4% ανωμαλία στη δοκιμασία κατά Παπανικολάου και την κολποσκόπηση και 1% οξυτενή κονδυλώματα. Σε διάφορες επιδημιολογικές μελέτες επιβεβαιώθηκε η παρουσία του ιού στον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας και στη μελέτη των Walboomers και συν. φάνηκε ότι το 99,7% των δειγμάτων καρκίνου τραχήλου της μήτρας περιείχε HPV. Στη συνέχεια οι Munoz και συν. υπολόγισαν ότι ο σχετικός κίνδυνος από τη σχέση του HPV με τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας ήταν μεταξύ 150 και 500. Αυτός ο σχετικός κίνδυνος αξίζει να συγκριθεί με αυτόν της σχέσης καπνίσματος σιγαρέττων και καρκίνου των πνευμόνων, ο οποίος είναι σημαντικά μικρότερος και υπολογίζεται μεταξύ 10 και 15. Επομένως, ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας είναι η πρώτη μορφή καρκίνου στον άνθρωπο για την οποία έχει ταυτοποιηθεί η απαραίτητη αιτία της.

 

Η πρώτη περιγραφή των κλινικών εκδηλώσεων της λοίμωξης από τον ιό των θηλωμάτων του ανθρώπου ήρθε από τον Ιπποκράτη, ο οποίος περιέγραψε τους ακροχόρδωνες του γεννητικού συστήματος και χρησιμοποίησε τον όρο κονδυλώματα. Από τότε, σημαντικοί σταθμοί μέχρι σήμερα υπήρξαν το 1907 όταν ο Ciufo αναγνώρισε την ιογενή αιτιολογία των θηλωμάτων του δέρματος,  τo 1976 όταν ο καθηγητής Zur Hausen πρώτος διατύπωσε την υπόθεση ότι ο ιός μπορεί να έχει αιτιολογική σημασία στον καρκίνο του γεννητικού συστήματος, διαπίστωση για την οποία πρόσφατα τιμήθηκε και με το βραβείο Νομπέλ. Το 1983 επιβεβαιώθηκε η παρουσία του HPV 16 στον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας από τον Durst και τον επόμενο χρόνο του HPV 18 από τον Boshart. Το μεγάλο βήμα προόδου, όμως, ήρθε τη δεκαετία του 1990 όταν ερευνητές από την Αυστραλία παρήγαγαν την πρωτεϊνη L1 από τύπους του ιού και ανακάλυψαν ότι οι πρωτεϊνες L1 συγκεντρώνονται από μόνες τους σχηματίζοντας σωματίδια που μοιάζουν με τον ιό (VLPs). Ακολούθησε η παρασκευή των VLPS από L1 και L2, το 1992.

 

Ο ιός HPV ανήκει στην οικογένεια των ανθρώπινων θηλωμάτων (Pappilomaviridae) και διακρίνεται σε περισσότερους από 200 διαφορετικούς γενοτύπους. Χαρακτηρίζεται από υψηλή διατήρηση της φυλογεννητικότητας και από κυκλικό γένωμα διπλής έλικας DNA  (7000–8000 ζεύγη βάσεων). Το ιοσωμάτιο είναι εικοσαεδρικό και αποτελείται από 72 πενταμερή καψομερίδια που σχηματίζονται από την πρωτεϊνη L1. Το γονιδίωμα του ιού κωδικοποιεί: πρωτεϊνες πρώϊμες (Ε) και όψιμες (L), ενώ περιλαμβάνει και μη κωδικοποιούσα ρυθμιστική περιοχή (LCR). Οι πρωτείνες Ε ελέγχουν τη προσκόλληση και αντιγραφή του DNA του ιού, ενώ έχουν και τη δυνατότητα να τροποποιούν το κύκλο ζωής των κυττάρων που προσβάλλονται. Πιο συγκεκριμένα, οι πρωτείνες  Ε6 & Ε7 είναι κυρίως υπεύθυνες για τη καρκινογένεση. Οι πρωτείνες L αποτελούν πρωτεϊνες του καψιδίου του ιού και εκφράζονται μόλις πριν από το σχηματισμό και την απελευθέρωση των ιών. Η L1 αποτελεί την κύρια δομική πρωτεϊνη που σχηματίζει τα πενταμερή καψομερίδια, που συγκεντρώνονται από μόνα τους σχηματίζοντας σωματίδια που μοιάζουν με τον ιό (VLPs), ενώ πιθανότατα παρέχει προστασία έναντι μελλοντικής έκθεσης σε ιό με ίδιο επίτοπο L1. Η L2  κρατά το DNA του ιού σταθερό στη θέση του.

 

 Όπως αναφέραμε, υπάρχουν περισσότεροι από 200 τύποι που χαρακτηρίζονται σαν δερματικοί (40 τύποι) ή βλεννογόνιοι (60 τύποι) ανάλογα με το επιθήλιο που αρχικά προσβάλλουν. Οι βλεννογόνιοι ανάλογα με τη επιδημιολογική τους σχέση με τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας διακρίνονται σε χαμηλού και υψηλού κινδύνου. Οι χαμηλού κινδύνου σχετίζονται με low grade τραχηλικές βλάβες, γεννητικά κονδυλώματα και υποτροπιάζοντα αναπνευστικά θηλώματα, ενώ οι υψηλού κινδύνου με low ή high grade τραχηλικές βλάβες και πρωκτογεννητικούς καρκίνους. Έτσι, ως υψηλού κινδύνου χαρακτηρίζονται οι τύποι HPV 16, 18, 31, 33, 35, 39, 45, 51, 52, 56, 58, 59, 68, 73 και 82. Χαμηλού κινδύνου χαρακτηρίζονται οι τύποι HPV 6, 11, 40, 42, 43, 44, 54, 61,70, 72 και 81, οι οποίοι μπορεί να σχετίζονται με την εκδήλωση του πλακώδους καρκίνου λάρυγγα και του σπάνιου συνδρόμου Bushke-Löwenstein του αιδοίου, του πέους και του ορθού, αλλά όχι με την εκδήλωση του καρκίνου τραχήλου της μήτρας.

 

Όσον αφορά τη νεανική υποτροπιάζουσα αναπνευστική θηλωμάτωση, γνωρίζουμε ότι αποτελεί μία σχετικά σπάνια νόσο (συχνότητα: 4.3 ανά 100 000 στις ΗΠΑ). Εμφανίζεται σε ηλικία 3.8 – 5.5 ετών και μάλιστα σε διπλάσια συχνότητα στους άρρενες. Σχεδόν όλες οι περιπτώσεις προέρχονται από περιγεννητική μόλυνση. Υπεύθυνοι κυρίως είναι οι τύποι 6,11 και η μετάδοση γίνεται από τη μητέρα κατά τη δίοδο από το γεννητικό σωλήνα. Η κλινική συμπτωματολογία περιλαμβάνει συριγμό και δυσφορία, ενώ η ανάπτυξη των θηλωμάτων του λάρυγγα μπορεί να οδηγήσει σε μαζική απόφραξη των αναπνευστικών οδών. Η αντιμετώπιση μπορεί να είναι συντηρητική (Cidofovir και Interferon) ή χειρουργική με laser εκτομή υπό γενική αναισθησία.

 

Η μετάδοση του ιού γίνεται κυρίως μέσω επαφής των γεννητικών βλεννογόνων, περιγεννητικά και σπάνια με άλλο τρόπο (αντικείμενα, με τα χέρια). Η χρήση προφυλακτικού μειώνει τον κίνδυνο μόλυνσης δεν προστατεύει όμως απόλυτα, επειδή ο ΗPV μπορεί να μεταδοθεί και με τη δερματική επαφή στην περιοχή των γεννητικών οργάνων. Στη δοκιμασία Παπανικολάου, οι μικροσκοπικές εκδηλώσεις του αυξανόμενου αριθμού ανώμαλων κυττάρων και ο βαθμός ανωμαλίας των κυττάρων αυτών χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση του κινδύνου για καρκίνο. Σε ένα Pap test μπορεί να αναγνωριστούν άτυπα πλακώδη κύτταρα ακαθόριστης αιτιολογίας και χαμηλού ή υψηλού βαθμού ενδοεπιθηλιακές αλλοιώσεις του πλακώδους επιθηλίου.

 

Στη βιοψία που ενδεχομένως θα χρειαστεί θα παρατηρηθούν ενδοεπιθηλιακές τραχηλικές νεοπλασίες, οι οποίες χαρακτηρίζονται σαν CIN Ι,ΙΙ ή ΙΙΙ ανάλογα με το ποσοστό του επιθηλίου που έχει προσβληθεί.

Στο CIN III λοιπόν βλέπουμε τα ανώμαλα κύτταρα να έχουν καταλάβει ολόκληρο το πάχος του επιθηλίου.

 

 

 

Τέσσερις είναι οι κύριες μέθοδοι για την ανίχνευση της μόλυνσης από HPV: η ανοσοϊστοχημεία, οι μέθοδοι υβριδισμού, η αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης (PCR) και η παραγωγή αντισωμάτων στον ορό μετά την μόλυνση από τον ιό.

Η πρώτη επαφή με τον ιό συμβαίνει συνήθως νωρίς στην εφηβική ή στη νεαρή ενήλικη ζωή.

 

 

 

 

Για τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας διαπιστώθηκε με βάση τη μελέτη Seattle ότι συχνότερα ενοχοποιούνται οι τύποι 16 – 18 και λιγότερο συχνά άλλοι τύποι. Οι τύποι 16 και 18 προκαλούν το 70% των περιστατικών καρκίνου τραχήλου της μήτρας, ενώ οι τύποι 6 και 11 εμπλέκονται με το 90% των περιστατικών οξυτενών κονδυλωμάτων.

 

Η λοίμωξη από τον ιό HPV εμφανίζεται σχετικά σύντομα μετά την έναρξη των σεξουαλικών σχέσεων. Σε μια μελέτη που παρακολουθήθηκαν φοιτήτριες ενός κολλεγίου διαπιστώθηκε θετικό HPV DNA test στο 60%.  Στις περισσότερες περιπτώσεις ο HPV εξαλείφεται από τον οργανισμό. Το 70% των νέων λοιμώξεων υποχωρούν αυτόματα τον πρώτο χρόνο (συνήθως στις περισσότερες περιπτώσεις τους πρώτους 6 μήνες) και το 91% σε διάστημα 2 ετών.
Οι χαμηλόβαθμες βλάβες αντιπροσωπεύουν την τοπική κυτταρολογική εκδήλωση της λοίμωξης. Οι υψηλόβαθμες αντιπροσωπεύουν την τοπική κυτταρολογική εκδήλωση του παθολογικού κυτταρικού πολλαπλασιασμού και της παθολογικής διαφοροποίησης, αποτέλεσμα της δράσης των πρώϊμων πρωτεϊνών του ιού. Η επιμένουσα λοίμωξη που ανιχνεύεται σε επανειλημμένες επισκέψεις και θέτει υποψία για εξέλιξη σε HGSIL, ενώ οι βλάβες υψηλού βαθμού έχουν την ικανότητα να εμμένουν και να εξελίσσονται σε διηθητικό καρκίνο.

 

Λοίμωξη συμβαίνει όταν ο ιός εισέλθει στα κύτταρα της βασικής στιβάδας του επιθηλίου. Παίρνει τότε υπό τον έλεγχο του τη διαδικασία ωρίμανσης των κυττάρων της βασικής στιβάδας και τη διαδικασία μετανάστευσης τους προς την επιφάνεια του επιθηλίου. Ο ιός χρησιμοποιεί τότε τους μηχανισμούς του κυττάρου και αντιγράφει το DNA του. Το ιϊκό DNA εσωκλείεται στη συνέχεια στο καψίδιο από τις πρωτεϊνες L1 & L2 και απελευθερώνεται με την Αποφολίδωση των τελικώς διαφοροποιημένων κερατινοποιημένων πλακωδών κυττάρων. Το χρονικό διάστημα που απαιτείται για τη διαδικασία αυτή είναι 3 εβδομάδες το νωρίτερο αλλά ποικίλλει από εβδομάδες μέχρι μήνες. Ανεξέλεγκτη έκφραση  E6 και Ε7 αυξάνει τον κίνδυνο καρκινογέννεσης. Η έκφραση του E6 ελέγχεται από το E2. Μη ελεγχόμενη έκφραση του Ε6 οδηγεί σε μπλοκάρισμα της δράσης του p53, αντίσταση στην απόπτωση και αύξηση της χρωμοσωματικής αστάθειας. Μη ελεγχόμενη έκφραση του Ε7 οδηγεί σε παραγωγή πολλαπλών χρωμοσωμάτων, κυτταρική αθανατοποίηση και ογκογένεση.

 

Η αρχική λοίμωξη δεν σχετίζεται με κυτταρικό θάνατο ή φλεγμονή παρόλο που τελικά η πρωτεϊνη L1 προκαλεί ανοσιακή ανταπόκριση σε ποσοστό 46-59% των φυσικών λοιμώξεων. Η ύπαρξη της ανοσιακής αυτής απάντησης παρέχει προστασία έναντι μιας μελλοντικής έκθεσης σε ιό με τον ίδιο επίτοπο της L1.

 

Η ανοσιακή απάντηση όμως που στοχεύει στη πρωτεϊνη L1 δεν αποτελεί το μηχανισμό εξάλειψης μιας εγκατεστημένης λοίμωξης αφού η L1 εκφράζεται μόνο από το ιοσωμάτιο, στη φάση απελευθέρωσης του ιού από το επιθήλιο και μετά από αυτή. Η εξάλειψη μιας εγκατεστημένης λοίμωξης απαιτεί μία αντίδραση της κυτταρικής ανοσίας ενάντια στις πρώϊμες πρωτεϊνες που εκφράζονται κατά τη μεταναστευτική φάση του ιού.

 

Ετησίως, ξοδεύονται 4 εκατομμύρια δολλάρια για την αντιμετώπιση των επιπλοκών του HPV. Τα εμβόλια διακρίνονται σε προφυλακτικά που προσφέρουν προστασία από μελλοντικές μολύνσεις και σε θεραπευτικά για την  αντιμετώπιση εγκατεστημένων αλλοιώσεων. Τα προφυλακτικά εμβόλια διακρίνονται στο τετραδύναμο (Gardasil) έναντι των ιών HPV 6, 11, 16, 18 και στο διδύναμο (Cervarix) έναντι των ιών HPV 16, 18. Ο μηχανισμός τους εξηγείται με τη χορήγηση ιόμορφων σωματιδίων (virus like particles) VLPs που εκφράζουν την L1 πρωτεϊνη. Τα VLPs έχουν υψηλή αντιγονικότητα. Έχουν τρισδιάστατη δομή όπως οι ζώντες ιοί. Στερούνται DNA του ιού και δεν μπορούν να προκαλέσουν λοίμωξη ούτε να πολλαπλασιαστούν, ενώ δεν είναι καρκινογόνα.

 

 

 

Το εμβόλιο μιμείται τον ιό  χωρίς το γενετικό υλικό. Το αποτέλεσμα είναι η ενεργοποίηση της χυμικής ανοσίας με παραγωγή αντι-L1 αντισωμάτων, τα οποία δεν επιτρέπουν την είσοδο του ιού στα κύτταρα. To τετραδύναμο εμβόλιο στοχεύει στο 70% όλων των ΑΙS, CIN 2/3 και καρκίνων τραχήλου , περίπου στο 34% όλων των LGSIL/CIN1 και στο 90% όλων των γεννητικών κονδυλωμάτων. 

 

Ο εμβολιασμός πραγματοποιείται σε τρεις δόσεις (0, στον 1 μήνα και στους 6 μήνες για το διδύναμο εμβόλιο και 0, στους 2 μήνες και στους 6 μήνες για το τετραδύναμο εμβόλιο). Το ΗΡV εμβόλιο αποδείχθηκε μέχρι σήμερα πολύ ασφαλές καi δεν εμφανίζει αυξημένη συχνότητα παρενεργειών σε σχέση με άλλα εμβόλια που γίνονται στiς ίδιες ηλικιακές ομάδες. Έχουν περιγραφεί ήπiα ενοχλήματα όπως: ήπιος πόνος, κνησμός, ερυθρότητα ή οίδημα στο σημείο του εμβολιασμού, δεκατiκή πυρετική κίνηση καi σπάνια πυρετός πάνω από 38°C. Ο εμβολιασμός είναι γενικά καλά αποδεκτός με πιο συχνά αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια ,τον πόνο στο σημείο της ένεσης, ενώ η κεφαλαλγία είναι η πιο κοινή συστηματική αντίδραση. Συνιστάται η χορήγηση του εμβολίου να γίνεται με την γυναίκα να είναι καθιστή ή ξαπλωμένη, καθώς καi η παραμονή της επί 15/λεπτο στο χώρο του ιατρείου μετά τον εμβολιασμό. Μετά από την χορήγηση άνω των 2.000.000 δόσεων του εμβολίου στiς ΗΠΑ εμφανίστηκαν μόλις 3 περιπτώσεις του συνδρόμου παράλυσης Guillain-Barre, το οποίο, ανεξάρτητα από εμβολιασμό, εμφανίζεται ούτως ή άλλως στον γενικό πληθυσμό με μεγαλύτερη συχνότητα. Όσον αφορά την περίπτωση εγκυμοσύνης, συνιστάται η έναρξη του εμβολιασμού μετά την ολοκλήρωση της κύησης. Αν διαπιστωθεί εγκυμοσύνη μετά την έναρξη του εμβολιασμού, οι υπόλοιπες δόσεις καθυστερούν για μετά τον τοκετό, ενώ αν μία δόση χορηγηθεί κατά τη διάρκεια της κύησης δεν υπάρχει ένδειξη επέμβασης. Το γεγονός όμως θα πρέπει να αναφερθεί. Επίσης, αξίζει να σημειωθεί ότι ο εμβολιασμός δεν αντενδείκνυται κατά το θηλασμό.

Εδειξε  100% αποτελεσματικότητα ενάντι στη  συνδυασμένη συχνότητα εμφάνισης των  HPV 16/18 που σχετίζονται με CIN 2/3 και AIS, ενώ αναμένεται να μειώσει τον κίνδυνο εμφάνισης του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας. Ο πλέον σωστός χρόνος εμβολιασμού είναι πριν την έναρξη των σεξουαλικών επαφών, ώστε να μπορέσουν να αποκομίσουν τη μέγιστη δυνατή προστασία. Στο στάδιο αυτό της ζωής τους, το εμβόλιο μπορεί να προφυλάξει σχεδόν μέχρι 100% από τους 4 συγκεκριμένους τύπους του ιού, ενώ σε μεγαλύτερες ηλικίες η αποτελεσματικότητά του είναι μικρότερη, αφού η γυναίκα ενδέχεται να έχει ήδη μολυνθεί από τον ιό. Η ιδανικότερη ηλικία θεωρείται ότι είναι μεταξύ 11 και 12 ετών, οπότε υπάρχει άριστη ανοσογονικότητα, δηλαδή ικανοποιητική δημιουργία αντισωμάτων. Ενώ ο εμβολιασμός μπορεί να αρχίσει σε ηλικίες 9 ετών, οι περισσότερες νέες γυναίκες μπορούν να επωφεληθούν( γυναίκες 16 – 26 ετών με ≤5 συντρόφους) από τον εμβολιασμό.

 

Η Ελληνική Μαιευτική Γυναικολογική Εταιρία σε συνεργασία με την Ελληνική Εταιρία Κολποσκόπησης και Παθολογίας του Τραχήλου, την Ελληνική Εταιρία Γυναικολογικής Ογκολογίας και την Ελληνική Εταιρία για την Πρόληψη και Θεραπεία του Ιού των Ανθρωπίνων Θηλωμάτων (HPV) εξέδωσε τον Ιούνιο του 2007 ‘Oδηγίες για τη χρήση του HPV εμβολίου’. Σύμφωνα με τις οδηγίες:

  • Προτείνεται η ένταξη του εμβολιασμού των κοριτσιών ηλικίας 12-13 ετών στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμού.
  • Οι γυναίκες ηλικίας 15 – 26 μπορούν να εμβολιαστούν είτε γιατί δεν έχουν αρχίσει τη σεξουαλική τους δραστηριότητα είτε δεν είναι απαραίτητο να έχουν μολυνθεί από τον ιό HPV ή ακόμα και αν έχουν μολυνθεί, είναι σπάνιο να έχουν μολυνθεί από όλους τους τύπους του HPV από τους οποίους προστατεύει το εμβόλιο.

Τον Ιανουάριο 2008, ο Υπουργός Υγείας ανακοίνωσε ότι το εμβόλιο κατά του καρκίνου του Τραχήλου της Μήτρας έχει εντάχθηκε στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών.

 

Μια γυναίκα που έχει ήδη σεξουαλικές επαφές μπορεί να κάνει το εμβόλιο, αλλά έχει αυξημένες πιθανότητες να έχει έρθει ήδη σε επαφή με κάποιο τύπο του ιού. Η προστασία που παρέχει σε αυτήν την περίπτωση το εμβόλιο είναι πιθανόν ελαττωμένη. Έτσι, π.χ., εάν έχει ήδη προσβληθεί από έναν από τους 4 τύπους του ιού που καλύπτει το εμβόλιο, αυτό θα την προφυλάξει από τους άλλους 3 τύπους, αλλά όχι από τον ιό με τον οποίο έχει έρθει ήδη σε επαφή. Δηλαδή, δεν αποκλείεται στο μέλλον να εμφανίσει κάποια βλάβη (κονδύλωμα ή προ-καρκινική αλλοίωση ή και καρκίνο στον τράχηλο) που θα οφείλεται στο στέλεχος του ιού με το οποίο είχε έρθει παλαιότερα σε επαφή. Μια γυναίκα μπορεί να ελέγξει εάν έχει προσβληθεί από τον HPV προτού κάνει το εμβόλιο με το  ΗΡV-DΝΑ τεστ, μια εξέταση με διαδικασία λήψης παρόμοια με αυτήν του τεστ Παπανικολάου. Με αυτήν τη εξέταση μπορούμε να ελέγξουμε εάν η γυναίκα έχει αυτήν τη στιγμή λοίμωξη με κάποιον τύπο του HPV 

 

Σύμφωνα με τις έρευνες που έχουν ανακοινωθεί, το εμβόλιο προστατεύει για τουλάχιστον 5 χρόνια. Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν προτείνεται καμία αλλαγή όσον αφορά το screening των γυναικών που υποβλήθηκαν σε εμβολιασμό γιατί δεν καλύπτεται από το εμβόλιο το 30% των τραχηλικών καρκίνων που προκαλούνται από HPV (αν και αναφέρεται ότι ο εμβολιασμός προσφέρει προστασία και από τους ιούς HPV 31,45, 52 και 58) ή δεν μπορεί να αποκλεισθει η μόλυνση των εμβολιασθέντων από τύπους HPV που δεν περιλαμβάνονται στο εμβόλιο ή η μόλυνση των εμβολιασθέντων προ του εμβολιασμού. Επιπλέον, η απόφαση για εμβολιασμό δεν πρέπει να βασιστεί στο Pap test, το HPV DNA test ή το ορολογικό test για HPV.

 

Βιβλιογραφία

1. Baseman JG, Koutsky LA. The epidemiology of human papillomavirus infections. J Clin Virol 2005; 32S: S16-S24.
2. Bosch FX, de Sanjose S. Chapter 1 : Human papillomavirus and cervical cancer -burden and assessment of causality. J Natl Cancer Inst Monogr, 2003; 3-13.
3. Koutsky L. Epidemiology of genital human papillomavirus infection. Am J Med 1997; 102: 3-8.
4. Brown DR, Shew ML, Qadadri B, Neptune N, Vargas M, Tu W, Juliar BE, Breen TE, Fortenberry JD. A longitudinal study of genital human papillomavirus infection in a cohort of closely followed adolescent women. J Infect Dis 2005; 191: 182-192.
5. Ferlay J et al. GLOBOCAN 2002: Cancer incidence, mortality and prevalence worldwide. IARC CancerBase No. 5, version 2.0. IARCPress, Lyon 2004.
6. Bosch FX, Lorincz A, Munoz N, et al. The causal relation between human papillomavirus and cervical cancer. J Clin Pathol 2002; 55: 244-265.
7. Schiffman M, Kjaer SK. Chapter 2: Natural history of anogenital human papillomavirus infection and neoplasia. J Natl Cancer Inst Monogr 2003; 31: 14-19.
8. Goldie SJ, Kohli M, Grima D, Weinstein MC, Wright TC, Bosch FX, Franco E. Projected clinical benefits and cost-effectiveness of a human papillomavirus 16/18 vaccine. J Natl Cancer Inst 2004b; 96: 604-615.
9. Munoz N, Bosch FX, de Sanjose S, et al. Epidemiologic classification of human papillomavirus types associated with cervical cancer. N Engl J Med 2003; 348: 518-527.
10. Munoz N, Bosch FX, Castellsague X, Diaz M, de Sanjose S, Hammouda D, Shah KV, Meijer CJLM. Against which human papillomavirus types shall we vaccinate and screen? The international perspective. Int J Cancer 2004; 111: 278-28.

11. Matthews RE. Third report of the International Committee on Taxonomy of Viruses. Classification and nomenclature of viruses. Intervirology 1979; 12:129-296.
12. Sedman T, Sedman J, Stenlund A. Binding of the E1 and E2 proteins to the origin of replication of bovine papillomavirus. J Virol 1997; 71:2887-2896.
13. McBride AA, Romanczuk H, Howley PM. The papillomavirus E2 regulatory proteins. J Biol Chem 1991; 266:18411-18414.
14. Crook T, Vousden KH. HPV oncoprotein function. In: C Lacey, Editor, Papillomavrius Reviews: Current Research on Papillomaviruses, Leeds University Press, Leeds 1996:55-60.
15. Stoler MH, Rhodes CR, Whitbeck A, Wolinsky SM, Chow LT, Broker TR. Human papillomavirus type 16 and 18 gene expression in cervical neoplasias. Hum Pathol 1992; 23:117-128.
16. Durst M, Glitz D, Schneider A, zur Hausen H. Human papillomavirus type 16 (HPV 16) gene expression and DNA replication in cervical neoplasia: analysis by in situ hybridization. Virology 1992; 189:132-140.
17. Doorbar J. The E4 proteins and their role in the viral life cycle. In: C Lacey, Editor, Papillomavirus Reviews: Current Research on Papillomaviruses. Leeds University Press, Leeds 1996:31-38.
18. Scheffner M, Werness BA, Huibregtse JM, Levine AJ, Howley PM. The E6 oncoprotein encoded by human papillomavirus types 16 and 18 promotes the degradation of p53. Cell 1990; 63:1129-1136.
19. Kessis TD, Slebos RJ, Nelson WG. Human papillomavirus 16 E6 expression disrupts the p53-mediated cellular response to DNA damage. Proc Natl Acad Sci USA 1993; 90:3988-3992.
20. Chellappan S, Kraus VB, Kroger B. Adenovirus E1A, simian virus 40 tumor antigen, and human papillomavirus E7 protein share the capacity to disrupt the interaction between transcription factor E2F and the retinoblastoma gene product. Proc Natl Acad Sci USA 1992; 89:4549-4553.
21. Schwarz E, Freese UK, Gissman L. Structure and transcription of HPV sequences in cervical carcinoma cells. Nature 1985; 314:111-113.
22. el Awady MK, Kaplan JB, Ob SJ, Burk RD. Molecular analysis of integrated human papillomavirus 16 sequences in the cervical cancer cell line SiHa. Virology 1987; 159:389-398.
23. Choo KB, Pan CC, Han SH. Integration of human papillomavirus type 16 into cellular DNA of cervical carcinoma: preferential deletion of the E2 gene and invariable retention of the long control region and the E6/E7 open reading frames. Virology 1987; 161:259-261.
24. Romanczuk H, Howley PM. Disruption of either the E1 or the E2 regulatory gene of human papillo-mavirus type 16 increases viral immortalization capacity. Proc Natl Acad Sci USA 1992; 89:3159-3163.
25. McDougall JK. HPV immortalisation and trans-formation. In: C Lacey, Editor, Papillomavirus Reviews: Current Research on Papillomaviruses. Leeds University Press, Leeds 1996:47-53.
26. Watson M. HPV infection prophylactic vaccination and need for awareness. Aventis Pasteur MSD Clinical Development Dept., Lyon, France, 2004.
27. Rozendaal L, Walboomers JMM, Van der Linden JC. High risk human papillomavirus in cyto-morphological normal smears has a high predictive value for development of severe dysplasia. Int J Cancer 1996; 68:766-769.
28. White AE, Livanos EM, Tlsty TD. Differential dis-ruption of genomic integrity and cell cycle regulation in normal human fibroblasts by the HPV oncoproteins. Genes Dev 1994; 8:666-677.
29. Schiffman MH. Epidemiology of cervical human papillomavirus infections. In: H Zur Hausen, Editor, Human Pathogenic Papillomaviruses. Current Topics in Microbiology and Immunology. Springer Verlag, Berlin 1994:55-81.
30. Syrjanen KJ. Natural history of genital human hapillomavirus infections. In: C Lacey, Editor, Papillomavirus Reviews: Current Research on Papillomaviruses. Leeds University Press, Leeds 1996:189-206.
31. Remmink AJ, Walboomers JMM, Helmerhorst TM. The presence of persistent high-risk HPV genotypes in dysplastic cervical lesions is associated with progressive disease: natural history up to 36 months. Int J Cancer 1995; 61:306-311.
32. Ho GY, Buck RD, Klein S. Persistent genital human papillomavirus infection as a risk factor for persistent cervical dysplasia. J Nat Cancer Inst 1995; 87:1365-1371.
33. Mandic A, Vujkov T. Human papillomavirus vac-cine as a new way of preventing cervical cancer: a dream or the future? Ann Oncol 2004; 15(2):197-200.
34. Lee AK, Eisinger M. Cell-mediated immunity (CMI) to human wart virus and wart-associated tissue antigens. Clin Exp Immunol 1976; 26:419-424.
35. Chretien JH, Esswein JG, Garagusi VF. Decreased T cell levels in patients with warts. Archs Dermatol 1978; 114:213-215.
36. Schneider V, Kay S, Lee HM. Immunosuppression as a high-risk factor in the development of condy-loma accuminata and squamous neoplasia of the cervix. Acta Cytol 1983; 27:220-224.
37. Halpert R, Fruchter RG, Seclus A, Butt K, Boyce JG, Sillman FH. HPV and lower genital tract neoplasia in renal transplant patients. Obstet Gynecol 1985; 68:251-258.
38. Laga M, Icenogle JP, Marsella R. Genital papil-lomavirus infection and cervical dysplasia-opportunistic complications of HIV infection. Int J Cancer 1992; 48:682-688.
39. Okabayashi M, Angell MG, Christensen ND, Kreider JW. Morphometric analysis and identification of infiltrating leucocytes in regressing and progressing Shope rabbit papillomas. Int J Cancer 1991; 49:919-923.
40. Coleman N, Birley HDL, Renton AM. Im-munological events in regressing genital warts. Am J Clin Pathol 1994; 102:768-774.
41. Vardy DA, Baadsgaard O, Hansen ER, Lisby S, Vejlsgaard GL. The cellular immune response to human papillomavirus infection. Int J Dermatol 1990; 29:603-610.
42. Kirnbauer R, Hubbert NL, Wheeler CM, Becker TM, Lowy DR, Schiller JT. A virus-like particle enzyme-linked-immunosorbent -assay detects serum antibodies in a majority of women infected with human papillomavirus type-16. J Nat Cancer Inst 1994; 86:494-499.
43. Nonnenmacher B, Hubbert NL, Kirnbauer R. Serologic response to human papillomavirus type 16 (HPV-16) virus-like particles in HPV-16 DNA-positive invasive cervical cancer and cervical intraepithelial neoplasia grade III patients and controls from Colombia and Spain. J Infect Dis 1995; 172:19-24.
44. Lutzner MA. Papillomavirus lesions in immu-nodepression and immuno- suppression. Clin Dermatol 1985; 3:165-169.
45. Man S. Human cellular immune responses against human papillomaviruses in cervical neoplasia. Expert Reviews in Molecular Medicine 1998:1462-3974.
46. Evans E-M, Man S, Evans AS, Borysiewicz LK. Infiltration of cervical cancer tissue with human papillomavirus-specific cytotoxic T lymphocytes. Cancer Res 1997; 57:2943-2950.
47. Kadish AS, Ho GYF, Burk RD. Lymphopro-liferative responses to human papillomavirus (HPV) type 16 proteins E6 and E7: outcome of HPV infection and associated neoplasia. J Nat Cancer Inst 1997; 89:1285-1293.
48. Bontkes HJ, de Gruijl TD, Bijl A. Human papil-lomavirus type 16 E2-specific T-helper lymphocyte responses in patients with cervical intraepithelial neoplasia. J Gen Virol 1999; 80:2453-2459.
49. Man S, Fiander A. Immunology of human papil-lomavirus infection in lower genital tract. Best Pract Res Clin Obstet Gynaecol 2001; 15:701.
50. Remoue F, Jacobs N, Miot V, Boniver J, Delvenne P. High intraepithelial expression of estrogen and progesterone receptor in the transformation zone of the uterine cervix. Am J Obstet Gynecol 2003; 189:6.
51. Oseu W, Peiler T, Ohlschlager P, et al. A DNA vaccine based on a shuffled E7 oncogene of the human papilloma 16 (HPV16) induces E7-specific cytotoxic T- cells but lacks transfer activity. Vaccine 2001; 19:4276.
52. Schiller JT, Lowy DR. Papillomavirus-like particles and HPV vaccine development. Semin Cancer Biol 1996; 7:373-382.
53. Hines JF, Ghim SJ, Jenson AB. Prospects for human papillomavirus vaccine development: emerging HPV vaccines. Curr Opin Obstet Gynecol 1998; 10:15-19.
54. Kirnbauer R, Booy F, Cheng N, Lowy DR, Schiller JT. Papillomavirus L1 major capsid protein self-assembles into virus-like particles that are highly immunogenic. Proc Nat Acad Sci USA 1992; 89:12180-12184.
55. Suzich JA, Ghim SJ, Palmer Hill FJ. Systemic immunization with papillomavirus L1 protein completely prevents the development of viral mucosal papillomas. Proc Natl Acad Sci USA 1995; 92:11553-11557.
56. Breitburd F, Kirnbauer R, Hubbert NL. Immu-nisation with virus-like particles from cottontail rabbit papillomavirus (CRPV) can protect against experimental CRPV infection. J Virol 1995; 69:3959-3963.
57. Kirnbauer R, Chandrachaud LM, O'Neill BW. Virus-like particles of bovine papillomavirus type 4 in prophylactic and therapeutic immunisation. Virology 1996; 219:37-44.
58. Harro C, Pang Y, Roden R. Safety and immu-nogenicity trial in adult volunteers of a human papillomavirus 16 L1 virus-like particle vaccine. J Nat Cancer Inst 2001; 93:284-292.
59. Garcia-Carranca A. Vaccines against human papil-lomavirus and perspectives for the prevention and control of cervical cancer. Salud Publica Mex 2003; 45Suppl 3:S437-42.
60. Watson M. HPV infection prophylactic vaccination and need for awareness. Aventis Pasteur MSD Clinical Development Dept., Lyon, France, 2004.
61. Roden R, Wu TC. Preventative and therapeutic vaccines for cervical cancer. Expert Rev Vaccines 2003; 2(4):495-516.
62. Bell JA, Sundberg JP, Ghim SJ, Newson J, Jenson AB, Schlegel R. A formalin-inactivated vaccine protects against mucosal papillomavirus infection: a canine model. Pathobiology 1994; 62:194-198.
63. Liu XS, Abdul Jabbar I, Qi YM, Frazer IH, Zhou J. Mucosal immunisation with papillomavirus virus-like particles elicits systemic and mucosal immunity in mice. Virology 1998; 252:39-45.
64. Balmelli C, Roden R, Potts A, Schiller J, De Grandi P, Nardelli Haefliger D. Nasal immunization of mice with human papillomavirus type 16 virus-like particles elicits neutralizing antibodies in mucosal secretions. J Virol 1998; 72:8220-8229.
65. Rose RC, Lane C, Wilson S, Suzich JA, Rybicki E, Williamson AL. Oral vaccination of mice with human papillomavirus virus-like particles induces systemic virus-neutralizing antibodies. Vaccine 1999; 17:2129-2135.
66. Bosch FX, Manos MM, Munoz N. Prevalence of human papillomavirus in cervical cancer: a worldwide perspective. International biological study on cervical cancer (IBSCC) Study Group. J Natl Cancer Inst 1995; 87:796-802.
67. Garnett G, Waddell H. Public Health Paradoxes and the epidemiological impact of an HPV Vaccine. J Clin Virol 2000; 19:101-111.
68. Parkin DM, Pisani P, Ferlay J. Estimates of the worldwide incidence of 25 major cancers in 1990. Int J Cancer 1999; 80:827-841.
69. Greenstone HL, Nieland JD, deVisser KE. Chimeric papillomavirus virus-like particles elicit anti-tumour immunity against the E7 oncoprotein in an HPV16 tumour model. Proc Nat Acad Sci USA 1998; 95:1800-1805.
70. Kibur M, af Geijerstamm V, Pukkala E. Attack rates of human papillomavirus type 16 and cervical neoplasia in primiparous women and field trial designs for HPV16 vaccination. Sex Transm Infect 2000; 76:13-17.
61. Ruffin MT, Ogaily MS, Johnston CM, Gregoire L, Lancaster WD, Brenner DE. Surrogate endpoint biomarkers for cervical cancer chemopreventive trials. J Cell Biochem Suppl 1995; 23:113-124.
72. Duggan-Keen M, Brown M, Stacey S, Stern P. Papillomavirus Vaccines. Front Bioscience 1998; 3:1192-1208.
73. Frazer IH, Tindle RW. Cell mediated immunity to papillomaviruses. In: C Lacey, Editor, Papillomavi-rus Reviews: Current Research on Papillomavi-ruses. Leeds University Press, Leeds 1996:151-163.
74. Schwartz RH. Co stimulation of T lymphocytes: The role of CD28,CTLA-4, and B7/BB1 in interleukin production and immunotherapy. Cell 1992; 71:1065-1068.
75. Boon T, Coulie PG, Van den Eynde B. Tumour antigens recognised by T cells. Immunol Today 1997; 18:267-268.
76. Han R, Reed CA, Cladel NM, Christensen ND. Immunization of rabbits with cottontail rabbit papillomavirus E1 and E2 genes: protective immunity induced by gene gun-mediated intracutaneous delivery but not by intramuscular injection. Vaccine 2000; 18:2937-2944.
77. Halbert CL, Demers GW, Galloway DA. The E7 gene of human papillomavirus type 16 is sufficient for immortalization of human epithelial cells. J Virol 1991; 65:473-478.
78. Hudson JB, Bedell MA, McCance DJ, Laiminis LA. Immortalization and altered differentiation of human keratinocytes in vitro by the E6 and E7 open reading frames of human papillomavirus type 18. J Virol 1990; 64:519-526.
79. von Knebel Doeberitz M, Rittmuller C, zur Hausen H, Durst M. Inhibition of tumorigenicity of cervical cancer cells in nude mice by HPV E6-E7 anti-sense RNA. Int J Cancer 1992; 51:831-834.
80. Steller MA, Gurski KJ, Murakami M. Cell-mediated immunological responses in cervical and vaginal cancer patients immunized with a lipidated epitope of human papillomavirus type 16 E7. Clin Cancer Res 1998; 4:2103-2109.
81. Muderspach L, Wilczynski S, Roman L. A phase I trial of a human papillomavirus (HPV) peptide vaccine for women with high-grade cervical and vulvar intraepithelial neoplasia who are HPV 16 positive. Clin Cancer Res 2000; 6:3406-3416.
82. Thomson SA, Khanna R, Gardner J. Minimal epitopes expressed in a recombinant polyepitope protein are processed and presented to CD8+ cytotoxic T cells: implications for vaccine design. Proc Natl Acad Sci USA 1995; 92:5845-5849.
83. Frazer IH, Tindle RW, Fernando GJP. Safety and immunogenicity of HPV 16 E7/algammulin. In: RW Tindle, Editor, Vaccines for Human Papillomavirus Infection and Anogenital Disease. R. G. Lands Company, Austin 1999:91-104.
84. Borysiewicz LK, Fiander A, Nimako M. A reco-mbinant vaccinia virus encoding human papilloma-virus types 16 and 18, E6 and E7 proteins as immunotherapy for cervical cancer. Lancet 1996; 347:1523-1527.
85. Donnelly JJ, Martinez D, Jansen KU, Ellis RW, Montgomery DL, Liu MA. Protection against papil-lomavirus with a polynucleotide vaccine. J Infect Dis 1996; 173:314-320.
86. Hallez S, Detremmerie O, Giannouli C. Interleukin-12-secreting human papillomavirus type 16-transformed cells provide a potent cancer vaccine that generates E7-directed immunity. Int J Cancer 1999; 81:428-437.
87. Ramshaw IA, Ramsay AJ. The prime-boost strategy: exciting prospects for improved vacci-nation. Immunol Today 2000; 21:163-165.
88. van Beurden M, ten Kate FJ, Smits HL. Multifocal vulvar intraepithelial neoplasia grade III and multicentric lower genital tract neoplasia is asso-ciated with transcriptionally active human papillo-mavirus. Cancer 1995; 75:2879-2884.
89. Keating PJ, Cromme FV, Duggan-Keen M. Frequency of down-regulation of individual HLA-A and -B alleles in cervical carcinomas in relation to TAP-1 expression. Br J Cancer 1995; 72:405-411.
90. Tindle RW. Human papillomavirus vaccines for cervical cancer. Curr Opin Immunol 1996; 8:643-650.

Χρήστος Ιαβάτσο, MD, MSc, PhD


<< Επιστροφή στην λίστα

© BIO | info@biomagazine.gr

Powered by CreativeWorks