A PHP Error was encountered

Severity: Notice

Message: Only variable references should be returned by reference

Filename: core/Common.php

Line Number: 257

A PHP Error was encountered

Severity: Warning

Message: Cannot modify header information - headers already sent by (output started at /home/biomagaz/cwcms_core/system/core/Exceptions.php:185)

Filename: core/Security.php

Line Number: 188

A PHP Error was encountered

Severity: Warning

Message: Cannot modify header information - headers already sent by (output started at /home/biomagaz/cwcms_core/system/core/Exceptions.php:185)

Filename: libraries/Session.php

Line Number: 672

BIO Magazine - Σύγχρονο lifestyle και σακχαρώδης διαβήτης Δεκέμβριος 2015
Δεκέμβριος 2015 No38

BIO Health

Σύγχρονο lifestyle και σακχαρώδης διαβήτης
Σύγχρονο lifestyle και σακχαρώδης διαβήτης

Σύγχρονο lifestyle και σακχαρώδης διαβήτης

 

Τα μη μεταδιδόμενα νοσήματα αποτελούν την κυριότερη αιτία θνητότητας σε παγκόσμιο επίπεδο. Το 2008, οι καρδιοπάθειες, τα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, η χρόνια πνευμονοπάθεια, ο καρκίνος και ο σακχαρώδης διαβήτης ήταν υπεύθυνα για συνολικά 36,1 εκατομμύρια θανάτους.  Το πρόβλημα γίνεται περίπλοκο εάν αναλογιστεί κανείς ότι η αντιμετώπιση σημαντικών παραγόντων κινδύνου όπως η παχυσαρκία, η οποία συνδέεται στενά με τις καρδιοπάθειες, τα εγκεφαλικά, την εμφάνιση καρκίνου και φυσικά το διαβήτη, απαιτεί ριζικές όπως και σύνθετες παρεμβάσεις σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα. Δεδομένου δε, του γεγονότος ότι, το 2030, σύμφωνα με τις προβλέψεις, το 30% του παγκοσμίου πληθυσμού θα είναι υπέρβαρο ή παχύσαρκο και το 10% θα έχει εμφανίσει σακχαρώδη διαβήτη. Για τα μη μεταδιδόμενα νοσήματα και ειδικότερα για το διαβήτη και την ανάγκη εξατομικευμένης θεραπευτική  προσέγγισης μας μιλά στο άρθρο που ακολουθεί ο ιατρός παθολόγος Φώτης Παπαγιαννόπουλος*.

 

Για την Ελλάδα της κρίσης, τα μηνύματα, όσον αφορά στα μη μεταδιδόμενα νοσήματα, κάθε άλλο παρά αισιόδοξα είναι. Σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) για τις 53 Ευρωπαϊκές Χώρες, τα νοσήματα αυτά είναι υπεύθυνα για το 86% των θανάτων και το 77% του οικονομικού βάρους στα συστήματα υγείας1. Επίσης, σε έκθεση του ΠΟΥ αναφέρεται ότι, το 2030, η Ελλάδα, εάν δεν αλλάξει δραματικά κάτι, πρόκειται να κατέχει την πρώτη θέση στις 53 χώρες της Ευρώπης σε καρδιοπάθειες και αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια (περίπου 11.000 περιπτώσεις/100.000 πληθυσμό) και θα είναι μέσα στην πρώτη πεντάδα σε σακχαρώδη διαβήτη2.

 

Τα αίτια της νοσηρότητας

Οι αιτίες είναι πολλές. Πρόσφατα, ανακοινώθηκε3 ότι τα παιδιά στις ΗΠΑ δεν είναι πλέον τα παχύτερα στον κόσμο: «αυτή η διάκριση ανήκει πλέον στα Ελληνόπουλα, με το 44% των αγοριών να είναι υπέρβαρα ή παχύσαρκα και ένα αντίστοιχο 38% στα κορίτσια». Το γεγονός αυτό δεν αποτελεί έκπληξη καθώς φαίνεται ότι από δεκαετία σε δεκαετία το ποσοστό των παιδιών που έχουν πρόβλημα αυξημένου σωματικού βάρους και αθηρογόνο λιπιδαιμικό προφίλ πολλαπλασιάζεται, με πιο πρόσφατα στοιχεία αυτά της ομάδας της κυρίας Γαλλή (Hormones 2013), όπου καταδείχτηκε ότι το ένα τρίτο των Ελληνόπουλων είναι υπέρβαρα ή παχύσαρκα. Η διαβίωση σε ένα «τοξικό» περιβάλλον, όπου το γρήγορο φαγητό, οι “light” τροφές με τα συγκεκαλυμμένα γλυκαντικά και τα έτοιμα παρασκευάσματα με trans λιπαρά αποτελούν την καθημερινή εύκολη λύση και η καθιστική ζωή της virtual επικοινωνίας έχει αντικαταστήσει την άμεση επικοινωνία, αποτελεί μόνον την κορυφή του παγόβουνου. Από πίσω υπάρχει ένα ποσοστό 27% των γονέων που είναι άνεργοι, μια μεσαία τάξη που χάνεται, μια πρωτόγνωρη πίεση εξασφάλισης της επιβίωσης, μια διάχυτη ατμόσφαιρα απογοήτευσης, όπου απογοητευμένοι γονείς και δάσκαλοι αποτυγχάνουν ή και αδιαφορούν να περάσουν τα σωστά μηνύματα παιδείας και στάσης ζωής. Και ίσως το μόνο ενθαρρυντικό μήνυμα σε αυτό είναι η διαπίστωση ότι έχει μειωθεί κατά 30% η χρήση του catering και ότι «ο Έλληνας ανακαλύπτει ξανά τη χαρά του να μαγειρεύει σπιτικό φαγητό»4.

 

 

 

Ανάγκη η παροχή δημόσιας φροντίδας

Ένα ζητούμενο λοιπόν, στην Ευρωπαϊκή Ένωση της κρίσης και των διαφόρων ταχυτήτων στα υγειονομικά συστήματα είναι να εξασφαλιστεί ένα ελάχιστο επίπεδο παροχής δημόσιας φροντίδας σε πληθυσμιακές ομάδες με φτωχότερη πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας και χαμηλότερο βιοτικό, μορφωτικό και εργασιακό επίπεδο. Και στην περίπτωση της Ελλάδας αυτό είναι επιτακτικό.

 

Ο σακχαρώδης διαβήτης

Ειδικά στο σακχαρώδη διαβήτη, η Ελλάδα κατέχει σήμερα την 24η θέση από 30 χώρες της Ευρώπης στην παροχή υγειονομικών υπηρεσιών που σχετίζονται με τη νόσο5. Σύμφωνα με την έκθεση, θα πρέπει να:

  • καθιερωθεί ένα εθνικό μητρώο για το διαβήτη, το οποίο δεν είναι μεν ακριβό, αλλά απαιτεί ειλικρίνεια, συνέπεια και εμπιστοσύνη
  • αντιμετωπιστούν, αφού πρώτα μελετηθούν, η έλλειψη τακτικής άσκησης και η ακατάλληλη διατροφή κυρίως στα παιδιά
  • βελτιωθεί η διαφάνεια στα στοιχεία περίθαλψης
  • γίνεται συστηματικός προληπτικός έλεγχος στις ομάδες υψηλού κινδύνου
  • εγκατασταθεί σύστημα εκπαίδευσης ιατρών, ασθενών και συγγενών τους
  • υπάρχει πρόσβαση στα κατάλληλα φαρμακευτικά σκευάσματα και
  • αυξηθεί η δημόσια χρηματοδότηση στον τομέα της υγείας.

 

Ο διαβήτης ως χρόνιο νόσημα χρειάζεται παρεμβάσεις 

  • στην κλινική φροντίδα, με πρόληψη και εντατικοποιημένη αντιμετώπιση των παραγόντων κινδύνου
  • στο σύστημα υγείας, με οργάνωση σε εξειδικευμένα κέντρα περίθαλψης
  • στην επικοινωνία και ενσωμάτωση ενός πιο «υγιεινού» τρόπου ζωής και
  • στην εφαρμογή κοινωνικών στρατηγικών για την αποφυγή πρακτικών (πχ., κάπνισμα) που επιταχύνουν ή/και προκαλούν επιπλοκές και νοσηρότητα6.

 

Η αντιμετώπιση

Για να συμβούν τα παραπάνω, θα πρέπει, για πρώτη φορά ιστορικά, όσοι φορείς ασχολούνται με το διαβήτη να ενωθούν με επίκεντρο τον ασθενή και τα προβλήματά του και την όσον το δυνατόν πιο οικονομικά αποδοτική διαχείριση της νόσου.

 

Η έννοια της ασθενοκεντρικής προσέγγισης ορίζεται ως «η παροχή φροντίδας, η οποία σέβεται και ανταποκρίνεται στις επιλογές, ανάγκες και αξίες του κάθε ασθενούς ξεχωριστά και εξασφαλίζει ότι οι αξίες του ασθενού, καθοδηγούν όλες τις κλινικές αποφάσεις».

Σήμερα έχει διαφανεί ότι, ειδικά στα χρόνια νοσήματα, όπως είναι ο σακχαρώδης διαβήτης, ο ασθενής με τον ιατρό του θα πρέπει να οδηγούνται σε μια «συναπόφαση – shared decision», όπου ο ασθενής θα έχει τον πρώτο λόγο, σε θέματα που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής του και σε δεύτερο λόγο, στην επιλογή του κατάλληλου θεραπευτικού σχήματος.

Αυτή η συνεργασία, η οποία στηρίζεται στην αμοιβαία ανταλλαγή πληροφοριών, έχει περισσότερες πιθανότητες να οδηγήσει σε μια συμφωνία, η οποία με τη σειρά της, έχει περισσότερες πιθανότητες να την ακολουθήσει ο ασθενής. Και οι πιθανότητες αυξάνονται ακόμη περισσότερο, όταν ο ασθενής έχει να πετύχει ρεαλιστικούς, ατομικούς στόχους, μέσα από μια αγωγή που μπορεί να εφαρμόσει και πια, στην περίοδο που ζούμε, να την αποκτήσει. Έτσι, για πρώτη φορά ιστορικά, το κόστος μιας θεραπευτικής επιλογής μπαίνει ως κριτήριο επιλογής της, μαζί με την ασφάλειά και την αποτελεσματικότητά της.

 

 

 

Κόστος θεραπείας και τιμή φαρμάκου

Ο ιατρός καλείται πλέον να επιλέγει το καταλληλότερο φάρμακο που μπορεί ο ασθενής του να αποκτήσει, γνωρίζοντας ότι αυτή η απόφαση του επηρεάζει και τα οικονομικά του κράτους. Μην έχοντας, όμως, την κατάλληλη εκπαίδευση και εμπειρία για τους υπολογισμούς αυτού του είδους, ελλοχεύει ο κίνδυνος να απλουστεύσει την έννοια «κόστος θεραπείας» σε «τιμή φαρμάκου» και να προχωρήσει στη συστηματική συνταγογράφηση «φθηνών» σκευασμάτων. Γεγονός που δε σημαίνει απαραίτητα και εξοικονόμηση πόρων.

Για παράδειγμα, είναι γνωστό ότι σε νοσήματα όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, η εμφάνιση επιπλοκών είναι αυτή που επιβαρύνει τα μέγιστα τα συστήματα υγείας (> 55% του συνολικού κόστους). Και γνωρίζουμε ότι ο καλύτερος τρόπος πρόληψης της εμφάνισης επιπλοκών είναι η βέλτιστη ρύθμιση των επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα και ο έλεγχος  παραμέτρων, όπως η αύξηση του σωματικού βάρους, η αρτηριακή υπέρταση, η δυσλιπιδαιμία και οι υπογλυκαιμίες. Είναι ενδεικτικό ότι ελάττωση του ΔΜΣ (Δείκτης Μάζας Σώματος) κατά μόλις 1% θα ελάττωνε τον επιπολασμό του σακχαρώδη διαβήτη κατά 17% περίπου7.

Επομένως, «οικονομικά αποδοτικό» είναι ένα φάρμακο το οποίο έχει προφίλ αποτελεσματικότητας και ασφάλειας τέτοιο, ώστε να παρέχει τη μέγιστη δυνατή προφύλαξη στον ασθενή από την εμφάνιση επιπλοκών, προσφέροντας παράλληλα και καλύτερη ποιότητα ζωής. Ένα τέτοιο «οικονομικό» προφίλ καθιστά το φάρμακο απαραίτητο και αναντικατάστατο και ο ιατρός θα πρέπει να αποφασίσει για το ποια είναι αυτά τα σκευάσματα σε κάθε έναν ασθενή του ξεχωριστά. Αυτά δεν είναι απαραίτητα τα φθηνότερα φάρμακα.

 

Αυτή η απόφαση δεν είναι εύκολη, δεδομένου του ανεπαρκούς σχετικού προσανατολισμού της ιατρικής εκπαίδευσης μέχρι σήμερα. Και η απόφαση γίνεται δυσκολότερη από τις συνθήκες που επικρατούν στον τομέα της υγείας γενικά, όπου:

  •  η ελάττωση του εισοδήματος στρέφει τον κόσμο προς τη δημόσια υγεία, η οποία όμως ασφυκτιά από την ελάττωση των παροχών
  • οι μειωμένες παροχές στον τομέα της δημόσιας υγείας οδηγούν σε επιδείνωση των υποδομών και αδυναμία πρόσβασης σε κάποια σημαντικά νέα φάρμακα και τεχνολογίες
  • η έκπτωση του επιπέδου παροχής δημόσιας υγείας έρχεται να επιδεινωθεί περαιτέρω από τους ακόλουθους ακόμη παράγοντες:
  • την αύξηση του μέσου όρου ηλικίας του πληθυσμού, η οποία απαιτεί την αναδιάρθρωση των σχετικών πόρων (διαδικασία εξαιρετικά αμφίβολη πλέον),
  • την εμφάνιση ανάλογης κρίσης και στο εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας, που οδηγεί σε ελάττωση του επιπέδου των επιστημόνων υγείας που παράγουμε και «αιμορραγία» νέων επιστημόνων προς το εξωτερικό και,
  • την ανυπαρξία δομών και λειτουργιών βασικής έρευνας στις επιστήμες υγείας και ελάττωση των εισερχόμενων πόρων.

 

Η εξατομικευμένη θεραπευτική προσέγγιση

Η μέγιστη, λοιπόν, πρόκληση σε αυτό το δυσμενές περιβάλλον είναι να διατηρηθεί ο ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας της ιατρικής. Η επικέντρωση της ιατρικής εκπαίδευσης σε επιλεκτικά και επίκαιρα πεδία, όπως αυτά της οικονομίας της υγείας και της εξατομικευμένης ιατρικής θα βοηθήσει πολύ στη θεραπευτική απόφαση.  Είναι σημαντικό, μέσα από την κατάλληλη εκπαίδευση, να περάσει σε κάθε επαγγελματία του χώρου της υγείας ότι η σωστή εφαρμογή της “evidence based”, εξατομικευμένης ιατρικής θα βοηθήσει στην ορθολογική διαχείριση των λιγοστών διαθέσιμων δημόσιων πόρων. Σε ένα σύστημα αδιάκριτων και γενικευμένων οικονομικών μέτρων, η ασθενοκεντρική φιλοσοφία της ιατρικής προσέγγισης θα συντελέσει όχι μόνον στην ορθότερη και οικονομικότερη άσκηση της ιατρικής τέχνης, αλλά κυρίως στη διατήρηση του συστήματος αξιών που διέπουν την ιατρική. Γιατί, ιατρική που δεν έχει ως επίκεντρο τον άνθρωπο δεν έχει νόημα.

 

 *Φώτης Παπαγιαννόπουλος, ιατρός Παθολόγος, Ιατρικός Διευθυντής Novo Nordisk Ελλάδας

 

 

  1. Πηγή: BMJ 2014, August 6
  2. Πηγή: BMJ 2014, August 6
  3. Πηγή: Daily Mail 5 September 2014
  4. Πηγή: Παπάνας και συν., Hippokratia 2014
  5. Πηγή: www.healthpowerhouse.com
  6. Πηγή: New England Journal of Medicine 2014;370:1514
  7. Πηγή: BMJ 2014, August 6

Επιμέλεια άρθρου: Ρούλα Σκουρογιάννη

<< Επιστροφή στην λίστα

© BIO | info@biomagazine.gr

Powered by CreativeWorks