A PHP Error was encountered

Severity: Notice

Message: Only variable references should be returned by reference

Filename: core/Common.php

Line Number: 257

A PHP Error was encountered

Severity: Warning

Message: Cannot modify header information - headers already sent by (output started at /home/biomagaz/cwcms_core/system/core/Exceptions.php:185)

Filename: core/Security.php

Line Number: 188

A PHP Error was encountered

Severity: Warning

Message: Cannot modify header information - headers already sent by (output started at /home/biomagaz/cwcms_core/system/core/Exceptions.php:185)

Filename: libraries/Session.php

Line Number: 672

BIO Magazine - Παθήσεις Ενδομητρίου Δεκέμβριος 2015
Δεκέμβριος 2015 No38

BIO Health

Παθήσεις Ενδομητρίου
Παθήσεις Ενδομητρίου

Το ενδομήτριο είναι ένας από τους πιο δυναμικούς, πλούσιους σε αιμοφόρα αγγεία ιστούς του ανθρώπινου σώματος και αποτελείται από αδένες του ενδομητρίου και «στρώμα» το οποίο ανανεώνεται πλήρως κάθε μήνα μέσω της εμμήνου ρύσεως. Μέσα σε λίγες μέρες από την αρχή της εμμηνορρυσίας, η παλιά ενδομητρική ζώνη αφαιρείται και μία νέα αναγεννιέται χωρίς την δημιουργία ουλών. Αυτό το αξιοσημείωτο παράδειγμα της φυσιολογίας της αγγειογέννεσης και αναδιαμόρφωσης των ιστών στους ενήλικες συμβαίνει 300 με 400 κατά την διάρκεια της ζωής της γυναίκας. 

Πολλοί παράγοντες όπως η φυσιολογική και σωστά προγραμματισμένη εμμηνορρυσία έχουν ως αποτέλεσμα αυτές τις φυσιολογικές αλλαγές. Επιπλέον η εκτίμηση του ενδομητρίου στα διάφορα στάδια της εμμηνορρησιακού κύκλου και κατά την διάρκεια της ζωής είναι σημαντική για την έρευνα των παθολογικών καταστάσεων, όπως της ακανόνιστης κολπικής αιμόρροιας ή της μετεμμηνοπαυσιακής αιμορραγίας. 

 

Α. Ιστολογική εικόνα παθήσεων του ενδομητρίου 

Το ενδομήτριο επενδύει τη μητριαία κοιλότητα και αντιδρά στα κυκλικά ορμονικά ερεθίσματα κατά τη διάρκεια του εμμηνορυσιακού κύκλου. Η μορφολογία του ενδομητρίου μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αξιόπιστος δείκτης της φάσης του εμμηνορυσιακού κύκλου. Στα κύρια νοσήματα του ενδομητρίου συμπεριλαμβάνονται μορφολογικές μεταβολές ως απάντηση σε ενδοκρινικές επιδράσεις, φλεγμονώδεις εξεργασίες που οδηγούν σε ενδομητρίτιδα, πολύποδες, υπερπλασία (που υποδιαιρείται σε ορισμένους τύπους με σημασία στη προδιάθεση για νεοπλασία), όγκοι (επιθηλιακά νεοπλάσματα, κυρίως καρκινώματα και σπανιότερα όγκοι του ενδομητρικού στρώματος), η ενδομητρίωση και η αδενομύωση. 

Α. Οι ενδομητρικοί πολύποδες αποτελούν εντοπισμένες υπερπλαστικές εστίες ενδομητρικών αδενίων και στρώματος. Οι ενδομητρικοί πολύποδες είναι πολύ συχνοί και αναπτύσσονται συνήθως στην περί την εμμηνόπαυση ηλικία. Θεωρείται ότι προκαλούνται από υπερπλασία των αδενίων ως απάντηση οιστρογονικών ερεθισμάτων. Μακροσκοπικά ποικίλουν σε μέγεθος, έχουν συνήθως διάμετρο 1-3 εκ. και εντοπίζονται συνήθως στον πυθμένα της μήτρας. Πρόκειται για συμπαγή, λεία οζία που προσβάλλουν την κοιλότητα της μήτρας και ενίοτε το τραχηλικό στόμιο.

Ιστολογικά, αποτελούνται από κυστικά διατεταμένα ενδομητρικά αδένια μέσα σε αγγειοβριθές στρώμα. Κλινικά, συσχετίζονται με εμμηνορυσιακές διαταραχές. Μπορεί να αναπτύξουν εξέλκωση, να υποστούν υποστροφή ή εξαλλαγή. 

Β. H ενδομητρική υπερπλασία προκαλείται από οιστρογονική επίδραση και μπορεί να θεωρηθεί ως προνεοπλασματική βλάβη. Η ενδομητρική υπερπλασία εμφανίζεται συνήθως ως απάντηση οιστρογονικού ερεθισμού. Αυτό μπορεί να συμβεί είτε ενδογενώς μετά από διαδοχικούς ανωορρηκτικούς κύκλους και σε περιπτώσεις οιστρογονοεκκριτικών νεοπλασμάτων είτε εξωγενώς μετά από λήψη οιστρογονικών σκευασμάτων. Η σημασία της ενδομητρικής υπερπλασίας έγκειται στο ότι συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης αδενοκαρκινώματος του ενδομητρίου. Διακρίνονται ορισμένοι ιστολογικοί τύποι ο συχνότερος από τους οποίους είναι η απλή υπερπλασία του ενδομητρίου που διάχυτα προσβάλλει όλο το ενδομήτριο. Πιο συγκεκριμένα, στην απλή υπερπλασία του ενδομητρίου ο πολλαπλασιασμός των αδενίων είναι συχνό εύρημα συνοδευόμενο από εμφανείς μιτώσεις και στοιβαδοποίηση των κυττάρων. Τα αδένια αναπτύσσονται με ένα ομαλό σωληνώδες πρότυπο και είναι συχνά διατεταμένα. Απουσιάζει η διαταραχή της αρχιτεκτονικής και η κυτταρολογική ατυπία. Αυτή η μορφή υπερπλασίας συσχετίζεται με πολύ μικρό κίνδυνο ανάπτυξης κακοήθειας μετά από ένα μακρό χρονικό διάστημα συνήθως πάνω από 10 χρόνια. 

Αντιθέτως, η σύνθετη υπερπλασία χωρίς ατυπία σχεδόν πάντοτε παρατηρείται εστιακά στο ενδομήτριο. Πρόκειται για πραγματική επιθηλιακή υπερπλασία με εμφανείς πυρηνοκινησίες, τα διακλαδιζόμενα ανώμαλα αδένια περιβάλλονται από λίγο στρώμα. Τα αδενικά κύτταρα δεν παρουσιάζουν κυτταρολογική ατυπία. Ο τύπος αυτός συσχετίζεται με ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης κακοήθειας. 

Η σύνθετη υπερπλασία με ατυπία συνήθως αναπτύσσεται επίσης μόνο εστιακά στο ενδομήτριο. Παρατηρείται πολλαπλασιασμός του αδενικού επιθηλίου με μιτώσεις και διακλαδιζόμενα αδένια με ανώμαλο περίγραμμα. Τα κύτταρα παρουσιάζουν ατυπία με πλειομορφισμό και υπερχρωματισμό. Περίπου το 30% των γυναικών με αυτόν τον τύπο υπερπλασίας θα αναπτύξουν καρκίνωμα του ενδομητρίου μέσα σε 5 χρόνια από τη διάγνωση. 

Γ. Το ενδομητρικό καρκίνωμα είναι ο συχνότερος καρκίνος του γεννητικού συστήματος στις γυναίκες. Τα καρκινώματα του ενδομητρίου είναι συνήθως όλα αδενοκαρκινώματα με διάφορους ιστολογικούς υποτύπους. Αποτελούν τη συχνότερη κακοήθεια της γεννητικής οδού (περίπου 7% όλων των νεοπλασμάτων των γυναικών). 

Διακρίνονται σε δύο κύριες ομάδες: 

Όγκοι που εμφανίζονται περί την εμμηνόπαυση και συσχετίζονται με ενδομητρική υπερπλασία και παθολογική οιστρογονική ενεργοποίηση του ενδομητρίου. Η ομάδα αυτή συγκεντρώνει το μεγαλύτερο αριθμό καρκινωμάτων και γενικά συνοδεύεται από καλή πρόγνωση.

Όγκοι που παρουσιάζονται σε μεγαλύτερες, μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες και δε συνδυάζονται με οιστρογονική επίδραση ή ενδομητρική υπερπλασία. Οι όγκοι αυτής της ομάδας παρουσιάζουν συνήθως φτωχή πρόγνωση. 

Μακροσκοπικά, τα μικρά νεοπλάσματα εμφανίζονται ως διάχυτες συμπαγείς περιοχές ή πολυποειδείς αλλοιώσεις στο ενδομήτριο. Οι όγκοι μεγαλύτερου μεγέθους γεμίζουν και διατείνουν την ενδομητρική κοιλότητα με μαλθακής, εύθρυπτης σύστασης λευκωπό ιστό. Η νέκρωση του όγκου είναι συχνή και αποτελεί χαρακτηριστική αιτία μετεμμηνοπαυσιακής μητρορραγίας. 

Τα περισσότερα νεοπλάσματα που σχετίζονται με υπερέκκριση οιστρογόνων είναι τα ενδομητριοειδή καρκινώματα (60% όλων των περιπτώσεων). Διαβαθμίζονται σε τρεις βαθμούς κακοήθειας (grades 1-3) ανάλογα με την αναλογία του σωληνώδους με το συμπαγές στοιχείο του όγκου. Ο υψηλός βαθμός κακοήθειας (χαμηλή διαφοροποίηση) συνεδεύεται από χειρότερη πρόγνωση. Σε μερικές περιπτώσεις, συνυπάρχουν περιοχές πλακώδους μετάπλασης ή και γνήσιο πλακώδες καρκίνωμα (αδενοπλακώδες καρκίνωμα). 

Στη μη οιστρογονοεξαρτώμενη ομάδα γυναικών παρατηρούνται δύο άλλοι ιστολογικοί τύποι καρκινωμάτων: 1. Το θηλώδες-ορώδες καρκίνωμα της μήτρας αποτελεί όγκο υψηλής επιθετικότητας. Ακόμα και όταν δεν υπάρχει εμφανής διήθηση αγγειακών κλάδων ή του μυομητρίου μπορεί να παρατηρηθούν υποτροπή, γενικευμένη διασπορά και θάνατος. 2. Το διαυγοκυτταρικό καρκίνωμα της μήτρας επίσης παρουσιάζει αυξημένη κακοήθη συμπεριφορά. Η διασπορά του καρκινώματος της μήτρας κυρίως γίνεται με τοπική διήθηση. Η διήθηση μέσα στο μυομήτριο προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό την πρόγνωση. Όγκοι με μικρό βάθος διήθησης χαρακτηρίζονται από καλύτερη πρόγνωση συγκριτικά με εκείνους που διηθούν το μεγαλύτερο πάχος του μυομητρίου. Προοδευτικά, διηθούνται τα παραμήτρια και αργότερα η ουροδόχος κύστη και το ορθό. Η διασπορά κατά μήκος των σαλπίγγων έχει ως αποτέλεσμα και τη διήθηση των ωοθηκών. Μέσω φλεβικής ή λεμφαγγειακής διήθησης προσβάλλονται ο κόλπος και οι παραορτικοί λεμφαδένες. Οι γενικευμένες αιματογενείς μεταστάσεις σπανίζουν εκτός αν πρόκειται για θηλώδη-ορώδη ή διαυγοκυτταρικά καρκινώματα.

Εικ. 1: Ιστολογική τομή εκκριτικού ενδομητρίου 

Εικ. 2: Ιστολογική τομή απλής υπερπλασίας του ενδομητρίου χωρίς ατυπία 

Εικ. 3: Μέσης διαφοροποίησης αδενοκαρκίνωμα του ενδομητρίου 

Εικ. 4: Μέσης διαφοροποίησης αδενοκαρκίνωμα του ενδομητρίου 

 

Β. Κυτταρολογική εικόνα παθήσεων ενδομητρίου 

Με βάση τα κριτήρια του Tao et al 1997, τα κύτταρα του ενδομητρίου διαχωρίζονται στις ακόλουθες κατηγορίες: 

Α. καλοήθη κύτταρα του ενδομητρίου

Β. κύτταρα από απλή υπερπλασία

Γ. κύτταρα από σύνθετη υπερπλασία χωρίς ατυπία

Δ. κύτταρα από σύνθετη υπερπλασία με ατυπία

Ε. καρκινικά κύτταρα

Στ. κύτταρα από ατροφικό ενδομήτριο

Α. Η κυτταρολογία του καλοήθους ενδομητρίου περιλαμβάνει επίπεδες επιφάνειες, ομοιόμορφους αδένες, στρώμα, αγγεία και ατρακτοειδείς πυρήνες. Μετά την εμμηνόπαυση, τα μειωμένα επίπεδα των ενδογενών οιστρογόνων οδηγούν στις μορφολογικές αλλαγές του ενδομητρίου από την αναπαραγωγική ηλικία στην περιεμμηνόπαυση έως την ατροφία στην προχωρημένη εμμηνόπαυση. Αυτός ο μετασχηματισμός χρειάζεται αρκετά χρόνια και εν τέλει η ιστολογία και η κυτταρολογία του ενδομητρίου ομοιάζουν με αυτές του κατώτερου γεννητικού συστήματος. To καλόηθες ενδομήτριο συχνά χαρακτηρίζεται από τη μίξη των επιθηλιακών και στρωματικών κυττάρων (κυτταροβρίθεια). Το παραγωγικό ενδομήτριο έχει χαρακτηριστεί από την πληθώρα στρωματικών κυττάρων ανάμεσα στα οποία διαπλέκονται διακριτά, επιμήκη και ίσης κατανομής επιθηλιακά κύτταρα. Τα επιθηλιακά κύτταρα τείνουν να είναι ωοειδή με ελαφριά πυρηνική επικάλυψη και με ομοιόμορφη κατανομή της χρωματίνης. Το εκκριτικό ενδομήτριο διαθέτει περισσότερο κυτταρόπλασμα στα επιθηλιακά και στρωματικά κύτταρα. Η επιθηλιακή στρωμάτωση – αρχιτεκτονική καταδεικνύει περισσότερα επίπεδα κατανομής με μορφή φύλλου, παρά σφικτές, ίσης κατανομής δομές. Οι καλοήθεις πυρήνες χαρακτηρίζονται από ομοιόμορφους, μικρούς φυσιολογικούς πυρηνίσκους και κυψελοειδή κατανομή των επιθηλιακών κυττάρων. Τα επιθηλιακά κύτταρα μερικές φορές καταδεικνύουν κυτταροπλασματικές εκκρίσεις. 

Β. Αυτό που συμβάλει στη διαφορική διάγνωση της απλής υπερπλασίας από το φυσιολογικό ενδομήτριο  παραγωγικής φάσης είναι η ύπαρξη των βολβωδών, κυστικών στρογγυλά σχηματισμένων κυττάρων, με  περίγραμμα επιθηλιακών δομών, επενδυμένα από ψευδοστρωμματικά επιθηλιακά κύτταρα που περιέχουν βαθμού 1 πυρήνες κατά Zaino, καθώς και οι λεπτοί ομοιόμορφα κατανεμημένοι αδένες. Οι απλοί πολύποδες του ενδομητρίου μπορεί να καταδείξουν ερεθισμένο επιφανειακό επιθήλιο, το οποίο δείχνει ομοιογένεια, ομοιόμορφη ενεργοποίηση των πυρήνων και μεγέθυνση των πυρήνων με ήπια προβολή των πυρήνων χωρίς σοβαρές διαταραχές της ενδομητρικής πόλωσης. 

Γ. Η σύνθετη υπερπλασία χωρίς ατυπία μπορεί να διαγνωστεί, κυτταρολογικά, όταν ακανόνιστου σχήματος κύτταρα με λεία τοιχώματα, βολβώδη μορφή και κυτταρικές δομές που περιλαμβάνουν ψευδοστρωματικό επιθήλιο και πυρήνες βαθμού 1 εμφανίζονται σε έδαφος πολλαπλασιαστικού ή ατροφικού ενδομητρίου. Μπορεί να συνυπάρχει με την απλή υπερπλασία. 

Δ. Η σύνθετη υπερπλασία με ατυπία χαρακτηρίζεται από επίπεδα επιθηλιακά κύτταρα ενδομητρίου με μεγάλους, καθαρούς πυρήνες με πυρηνικές αύλακες που μοιάζουν με το θηλώδη καρκίνο του θυρεοειδούς. Μικροί, μεμονωμένοι πυρηνίσκοι ανευρίσκονται στους πυρήνες. Επίσης, μπορεί να ανευρεθούν πυρήνες που χαρακτηρίζονται από απώλεια της πολικότητάς τους εντός των επιπέδων. Παράλληλα μπορεί να ανευρεθεί ανισοποικιλλοπυρήνωση. Τα κύτταρα έχουν κυστικούς πυρήνες, τοπικά συγκολλήμένη χρωματίνη και ένα έως τρεις προεξέχοντες πυρηνίσκους. 

Η σύνθετη υπερπλασία με ατυπία και το αδενοκαρκίνωμα χαμηλής διαφοροποίησης είναι παρόμοια το ένα με το άλλο όσον αφορά την κυτταρολογική εμφάνιση. Χαρακτηρίζονται από μεταβλητή κυτταροβρίθεια (αριθμό κυττάρων), με ακανόνιστο σχήμα και χάνουν την στενή κατανομή του παραγωγικού επιθηλίου. Το επιθήλιο συχνά παρουσιάζει διεσταλμένες κατανομές ή διακλαδισμένους αδένες. Ενίοτε η κατανομή χάνεται ολοκληρωτικά. Συχνά ανευρίσκεται ένας αδένας αυξημένος σε ότι αφορά την στρωμάτωση. Υπάρχει μεγέθυνση των πυρήνων και μέτρια πυρηνική ατυπία στις ομάδες των κυττάρων. Η πυρηνική ατυπία χαρακτηρίζεται από μεταβλητό μέγεθος των πυρήνων και πυρηνίσκων. Σε υψηλής διαφοροποίησης αδενοκαρκινώματα, οι επιθηλιακές συσπειρώσεις είναι μικρές και παράτυπες, με αξιοσημείωτη κυττολογική ατυπία. Η αναπλασία των πυρήνων και η απουσία διαφοροποίησης τους παίζει σημαντικό ρόλο για τον καθορισμό της σύνθετης υπερπλασίας με ατυπία ή του αδενοκαρκινώματος. Είναι ευρέως γνωστό ότι η εξέλιξη της υπερπλασίας σε αδενοκαρκίνωμα είναι περισσότερο στενά συνδεδεμένη με την κυτταρολογική ατυπία παρά με την παρουσία σύνθετων δομών. 

Ε. Οι καρκίνοι του ενδομητρίου ταξινομούνται σε δύο μεγάλες κατηγορίες (τύποι 1 και 2) βασιζόμενοι στη μικροσκοπική εμφάνιση, την κλινική συμπεριφορά και την επιδημιολογία. Οι όγκοι τύπου Ι είναι χαμηλής διαφοροποίησης, οιστρογονοεξαρτώμενοι ενδομητριοειδούς τύπου καρκίνοι που συνήθως αναπτύσσονται σε προ- ή περι-εμμηνοπαυσιακές γυναίκες και συνυπάρχουν με ή συνοδεύονται από προκαρκινικές αλλοιώσεις (σύνθετη και άτυπη υπερπλασία ενδομητρίου). Αντιθέτως, οι όγκοι τύπου ΙΙ είναι ορώδους-θηλώδους ή διαυγοκυτταρικού τύπου με επιθετική κλινική συμπεριφορά ενώ δεν έχει ανευρεθεί συσχέτιση με ορμονικούς παράγοντες. 

Οι Koss  et al επισήμαναν ότι στις περισσότερες γυναίκες χωρίς συμπτώματα με καρκίνο του ενδομητρίου, η ασθένεια συνήθως δεν αναπτύσσεται σε διάχυτη υπερπλασία αλλά ως ένα εστιακό συμβάν σε ατροφικό ή και σε εστιακά υπερπλαστικό ενδομήτριο. Οι Spiegel et al πρότειναν ότι σε πολλές μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες είτε η επιφάνεια του επιθηλίου είτε μεμονωμένοι αδένες υφίστανται κακοήθη μεταμόρφωση, η οποία έπειτα προχωράει σε επιθετική κακοήθεια χωρίς την ενδιάμεση φάση της άτυπης υπερπλασίας. 

Οι πυρηνικές διαφοροποιήσεις είναι χρήσιμες στην ταξινόμηση των κυτταρολογικών ανωμαλιών, αλλά από μόνες τους είναι ανεπαρκείς για την ακριβή διάγνωση της παθολογίας  του ενδομητρίου. Οι Zaino et al αναγνώρισαν ότι ο πυρήνας των ενδομητριακών καρκίνων ποικίλλει από την εμφάνιση καλοήθειας μέχρι τη σημαντική αναπλασία. Σύμφωνα με αυτήν την ταξινόμηση, οι πυρήνες διακρίνονται σε: 

Ο πυρήνας βαθμού 1 είναι ομοιόμορφος, στρογγυλός προς οβάλ και έχει ελάχιστους πυρηνίσκους. Στις περισσότερες μορφές μοιάζουν με τους πυρηνίσκους των εκκριτικών ή των μετεμμηνοπαυσιακών ενδομητρίων. Δεν υπερβαίνουν την ανισοποικιλοπυρήνωση, τη μιτωτική δραστηριότητα και την ψευδοστρωμάτωση του πολλαπλασιαστικού ενδομητρίου. Ο πυρήνας τύπου 1 μπορεί να εμφανιστεί στην ενδομητρίωση, αλλά και στον καρκίνο του ενδομητρίου. Ο πυρήνας βαθμού 2 είναι ανομοιόμορφος προς οβάλ με μετρίου μεγέθους πυρηνίσκους. Ο πυρήνας βαθμού 3 είναι μεγάλος και πολυμορφικός και χαρακτηρίζεται από μέτριο έως μεγάλου μεγέθους μη φυσιολογικό πυρηνίσκο. 

i)Χαμηλής διαφοροποίησης αδενοκαρκίνωμα: ανώμαλο επιθήλιο, ογκώδη διάθεση, στρωματικά αφρώδη κύτταρα, νέκρωση (ακόμα και φυσιολογικής μορφολογίας ενδομητρίου, ουδετεροφιλική εμπειροπόλωση και μειωμένη αναλογία ή απουσία στρώματος ενδομητρίου. Δύσκολη η διαφορική διάγνωση από υψηλού βαθμού σύνθετη υπερπλασία με ατυπία. Σπανιότερα ευρήματα είναι οι θηλές και οι γέφυρες. 

ii) Υψηλής διαφοροποίησης αδενοκαρκίνωμα: χαρακτηρίζεται από υψηλού βαθμού αναπλασία, ποικιλομορφία στο μέγεθος του πυρήνα (ανισοπυρήνωση) ή στο σχήμα του πυρήνα (ποικιλοπυρήνωση), υπερχρωμασία, νεοαγγείωση, επικράτηση του πυρήνα έναντι του κυτταροπλάσματος και απουσία διαφοροποίησης. 

Στ. Σε αντίθεση με το ενδομήτριο κατά τη διάρκεια του κύκλου, το ατροφικό ενδομήτριο της προχωρημένης εμμηνόπαυσης περιέχει επιπεδωμένους αδένες με ελάχιστες μιτώσεις. Είναι λεπτό και λείο. Οι αδένες του δημιουργούν μία μονή επιφάνεια από επίπεδα ή κυβοειδή κύτταρα. Παράλληλα, ανευρίσκονται ελάχιστοι μεμονωμένοι κυστικοί αδένες.

Οι πυρήνες των επιθηλιακών κυττάρων του ενδομητρίου στην προχωρημένη εμμηνόπαυση ποικίλλουν από στρογγυλοί και λείοι έως ελαφρώς πτυχωτοί. Το πυρηνόπλασμά τους είναι κοκκώδες. Μικροί πυρηνίσκοι είναι συχνοί. Τα κύτταρα συνήθως ταξινομούνται σε επιφάνειες και η αναλογία των επιφανειών προς σωληνίσκους αυξάνεται σε σύγκριση με το κυκλικό αναπαραγωγικό ενδομήτριο. Οι πυρήνες συμπλησιάζουν αλλά δεν αλληλοεπικαλύπτονται ούτε συνενώνονται. 

Επειδή το στρώμα του ενδομητρίου στην προχωρημένη εμμηνόπαυση είναι περισσότερο ινώδες από ότι στο κυκλικό αναπαραγωγικό ενδομήτριο, αποτελεί ένα ελάχιστο τμήμα στα δείγματα που έχουν ληφθεί με την ενδομήτρια ψήκτρα. Τα κύτταρα του στρώματος έχουν ωοειδείς, ατρακτοειδείς ή πυκνωτικούς πυρήνες και ελάχιστο κυτταρόπλασμα. Τα στρωματικά κύτταρα ανευρίσκονται σε χαλαρές ομάδες που υποστηρίζουν τη μυξοειδή διάμεση ουσία. Ίνες ή ελαστικός ιστός μπορεί να ανευρεθούν και δε σηματοδοτούν καταστροφή ιστού, όπως στην περίπτωση της κυτταρολογίας του διηθητικού αδενοκαρκινώματος του ενδομητρίου. Τα ιστιοκύτταρα (αλλά όχι τα αφρώδη κύτταρα) και τα πολυπύρηνα γιγαντοκύτταρα μπορούν να ανευρεθούν και δεν είναι ενδεικτικά νεοπλασίας του ενδομητρίου. 

Οι κύστεις συχνά ανευρίσκονται σε παχύτερα τμήματα του ενδομητρίου. Αντίθετα με τις τυπικές κύστεις της απλής υπερπλασίας των περιεμμηνοπαυσιακών γυναικών, αυτές οι κύστεις δε χαρακτηρίζονται από πυρηνική ψευδοστρωμάτωση ή μιτώσεις. Οι κύστεις των παχύτερων τμημάτων του ατροφικού ενδομητρίου αναπαριστούν υπερπλαστικούς αδένες που παλινδρόμησαν λόγω των μειωμένων επιπέδων οιστραδιόλης. Στο ατροφικό ενδομήτριο, τα κροσσωτά κύτταρα είναι πιο κυλινδρικά και πορτοκαλόχρωα από ότι τα ενδομητρικά επιθηλιακά κύτταρα. Μερικές φορές μπορούν να ανευρεθούν σε μορφή πασσάλων. Η ανάπτυξη κροσσωτών κυττάρων στην προχωρημένη εμμηνόπαυση εξηγείται από την προυπάρχουσα μη αντιρροπούμενη δράση των οιστρογόνων.

Εικ.5: Ανώμαλο παραγωγικό ενδομήτριο 

Εικ.6: Ανώμαλο παραγωγικό ενδομήτριο (μέθοδος Thin-Prep) 

Εικ.7: Ενδομήτριο εκκριτική φάση 

Εικ.8: Ενδομήτριο εκκριτική φάση (μέθοδος Thin Prep) 

Εικ.9: Ενδομητρικός πολύποδας 

Εικ.10: Ενδομητρικός πολύποδας (μέθοδος Thin Prep) 

Εικ.11: Ενδομήτριο αρνητικό για κακοήθεια 

Εικ.12: Ενδομήτριο αρνητικό για κακοήθεια (μέθοδος Thin Prep) 

Εικ.13: Καρκίνος ενδομητρίου 

Εικ.14: Καρκίνος ενδομητρίου (μέθοδος Thin Prep)

 

Βιβλιογραφία 

  1. Ambros RA, Sherman ME, Zahn CM, Bitterman P, Kurman RJ. Endometrial intraepithelial carcinoma: a distinctive lesion specifically associated with tumors displaying serous differentiation. Hum Pathol 1995;26:1260–1267.
  2. Δάβαρης Γ. Ειδική Παθολογική Ανατομική, Εκδ. Πασχαλίδης, Αθήνα, 1996
  3. Del Priore G, Williams R, Harbatkin CB, Wan LS, Mittal K, Yang GC. Endometrial brush biopsy for the diagnosis of endometrial cancer. J Reprod Med. 2001 May;46(5):439-43
  4. Φωτίου Σ. Γυναικολογική Ογκολογία, Εκδ. Πασχαλίδης, Αθήνα, 2009, σελ. 211-44
  5. Huang GS, Gebb JS, Einstein MH, Shahabi S, Novetsky AP, Goldberg GL. Accuracy of preoperative endometrial sampling for the detection of high-grade endometrial tumors. Am J Obstet Gynecol. 2007;196:243.e1-5.
  6. Hunter JE, Tritz DE, Howel MG, DePriest PD, Gallion HH, Andrews SJ, Buckley SB, Kryscio RJ, van Nagel JR Jr. The prognostic and therapeutic implications of cytologic atypia in patients with endometrial hypeplasia. Gynecol Oncol (US) 1994;55:66–71.
  7. Iavazzo C, Kalmantis K, Ntziora F, Balakitsas N, Paschalinopoulos D. Detection of large histiocytes in pap smears: role in the prediction of endometrial pathology? Bratisl Lek Listy. 2008;109(11):497-8.
  8. Iavazzo C, Vorgias G., Mastorakos G., Stefanatou G., Panoussi A., Alexiadou A., Plyta S., Lekka C., Kalinoglou N., Dertimas V., Akrivos T., Fotiou S. Uterobrush method in the detection of endometrial pathology. Anticancer Res 2011;10:3469-74
  9. Jordana MJ, Bader GM, Nemazie AS. Comparative accuracy of preoperative cytologic and histologic diagnosis in endometrial lesions. Obstet Gynecol 1956;7:646–653.
  10. Junqueira LC, Carneiro J Βασική Ιστολογία Ι και ΙΙ, Π.Χ. Πασχαλίδης, Αθήνα, 2004, τόμος ΙΙ, σελ. 600-602
  11. Κρεατσάς Γ. Σύγχρονη Γυναικολογία και Μαιευτική, Εκδ. Πασχαλίδης, Αθήνα, 2009, τόμος Ι, σελ. 280-2
  12. Kipp BR, Medeiros F, Campion MB, Distad TJ, Peterson LM, Keeney GL, Halling KC, Clayton AC. Direct uterine sampling with the Tao brush sampler using a liquid-based preparation method for the detection of endometrial cancer and atypical hyperplasia: a feasibility study. Cancer. 2008 Aug 25;114(4):228-35.
  13. Klemi PJ, Alanen KA, Salmi T. Detection of malignancy in endometrium by brush sampling in 1042 symptomatic patients. Int J Gynecol Cancer 1995;5:222–225.
  14. Maksem JA, Knesel E. Liquid fixation of endometrial brush cytology ensures a well-preserved, representative cell sample with frequent tissue correlation. Diagn Cytopathol 1996;14:367–373.
  15. Maksem J, Sager F, Bender R. Endometrial collection and interpretation using the Tao Brush and the CytoRich Fixative System: a feasibility study. Diagn Cytopathol 1997;17:339–346.
  16. Maksem JA. Ciliated cell adenocarcinoma of the endometrium diagnosed by endometrial brush cytology and confirmed by hysterectomy: a case report detailing a highly efficient cytology collection and processing technique. Diagn Cytopathol 1997;16:78–82.
  17. Maksem JA, Lee SS. Endometrial intraepithelial carcinoma diagnosed by brush cytology and p53 immunostaining, and confirmed by hysterectomy. Diagn Cytopathol 1998;19:284–287.
  18. Maksem JA. Endometrial brush cytology of advanced postmenopausal endometrium: does endometrial intraepithelial neoplasia exist in the absence of hyperplasia? Diagn Cytopathol 1998;19:338–343.
  19. Maksem JA, Lee SS, Roose EB, Carlson JA, Dornbier DP, Belsheim BL. Rare epithelial sheets with ‘‘cancer-like’’ nuclei presenting against a background of cytologically normal-appearing endometrial epithelium in endometrial brush samplings: establishing a differential diagnosis. Diagn Cytopathol 1999;21:378–386.
  20. Maksem JA. Performance characteristics of the Indiana Iniversity Medical Center endometrial sampler (Tao brush) in an outpatient office: recognizing patterns in cytological preparations of endometrial brushings. Diagn Cytopathol 2000;22:186–195.
  21. Mathelin C, Walter P, Gharbi M, Viville B, Gairard B, Brettes JP. Is endometrial cytology of any use? In: Proceedings of an international meeting. Brussels, Belgium, 12–13 December 1997. Eur J Cancer 1998;34(4):38–9.
  22. Norimatsu Y, Shimizu K, Kobayashi TK, et al. Cellular features of the endometrial hyperplasia and well-differentiated adenocarcinoma by Endocyte sampler: Diagnostic criteria based on cyto-architecture of tissue fragments. Cancer 2006;108:77–85.
  23. Norimatsu Y, Shimizu K, Kobayashi TK, et al. Endometrial glandular and stromal breakdown: II. Cytomorphology of papillary metaplastic change. Diagn Cytopathol 2006;34:665–669.
  24. Norimatsu Y, Moriya T, Kobayashi TK, et al. Immunohistochemical expression of PTEN and B-catenin for endometrial intraepithelial neoplasia in Japanese women. Ann Diagn Pathol 2007;11:103–108.
  25. Norimatsu Y, Kouda H, Kobayashi TK, Moriya T, Yanoh K, Tsukayama C, Miyake Y, Ohno E. Utility of thin-layer preparations in the endometrial cytology: evaluation of benign endometrial lesions. Ann Diagn Pathol. 2008 Apr;12(2):103-11.
  26. Papaefthimiou M, Symiakaki H, Mentzelopoulou P, Tsiveleka A, Kyroudes A, Voulgaris Z, et al. Study on the morphology and reproducibility of the diagnosis of endometrial lesions utilizing liquidbased cytology. Cancer 2005;105:56-64.
  27. Rubin E. Βασική παθολογική ανατομική, Π.Χ. Πασχαλίδης, Αθήνα, 2002, τόμος ΙΙ, σελ. 645-9
  28. Sato S, Yaegashi N, Shikano K, Hayakawa S, Yajima A. Endometrial cytodiagnosis with the Uterobrush and Endocyte. Acta Cytol. 1996 Sep-Oct;40(5):907-10
  29. Shu Y-J, Ikle FA. Cytopathology of the endometrium. Correlation with histopathology. New York: McGraw Hill Book Company, 1992.
  30. Stevens A., Lowe JS Ιστολογία του Ανθρώπου, Π.Χ. Πασχαλίδης, Αθήνα, 2008, σελ. 365
  31. Tao LC. Cytopathology of the endometrium. Direct intrauterine sampling. In: Johnston WW, editor. ASCP theory and practice of cytopathology 2. Chicago: ASCP Press; 1993.
  32. Tao L-C. Cytomorphologic appearances of normal endometrial cells during different phases of the menstrual cycle: A cytologic approach to endometrial dating. Diagn Cytopathol 1995;13:95–102.
  33. Tao LC. Direct intrauterine sampling: the IUMC endometrial sampler. Diagn Cytopathol 1997;17:153–159.
  34. Vuopala S, Klemi PJ, Maenpaa J, Salmi T, Makarainen L. Endobrush sampling for endometrial cancer. Acta Obstet Gynecol Scand 1989;68:345–350.

 

Χρήστος Ιαβάτσο, MD, MSc, PhD

Clinical Fellow Gynaecological Oncology Department St Bartholomews Hospital London, UK 

<< Επιστροφή στην λίστα

© BIO | info@biomagazine.gr

Powered by CreativeWorks