A PHP Error was encountered

Severity: Notice

Message: Only variable references should be returned by reference

Filename: core/Common.php

Line Number: 257

A PHP Error was encountered

Severity: Warning

Message: Cannot modify header information - headers already sent by (output started at /home/biomagaz/cwcms_core/system/core/Exceptions.php:185)

Filename: core/Security.php

Line Number: 188

A PHP Error was encountered

Severity: Warning

Message: Cannot modify header information - headers already sent by (output started at /home/biomagaz/cwcms_core/system/core/Exceptions.php:185)

Filename: libraries/Session.php

Line Number: 672

BIO Magazine - Μεσογειακή Διατροφή Δεκέμβριος 2015
Δεκέμβριος 2015 No38

BIO Health

Μεσογειακή Διατροφή
Μεσογειακή Διατροφή

Τις τελευταίες δεκαετίες, η υιοθέτηση του μοντέλου διατροφής της δύσης, έχει επιφέρει καινούργια πρότυπα διατροφής. Η υπερεντατικοποίηση του πρωτογενούς τομέα παραγωγής γεωργικών προϊόντων, η ανάπτυξη τεχνολογιών επεξεργασίας και συντήρησης τροφίμων και η υπερκατανάλωση βιομηχανοποιημένων/επεξεργασμένων τροφίμων, οδήγησαν στην ανάπτυξη νοσημάτων συσχετιζόμενες με διατροφικές συνήθειες, μία από τις οποίες είναι και το μεταβολικό σύνδρομο. Λόγω των επιπλοκών και της αυξανόμενης συχνότητάς αυτών, η υιοθέτηση υγιεινών διατροφικών συμπεριφορών κρίνεται σκόπιμη. Την κορυφή των διατροφικών συστημάτων κατέχει η μεσογειακή διατροφή (ΜΔ). 

ΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

Η παραδοσιακή ΜΔ θεωρείται ότι χαρακτηρίζεται από εννέα χαρακτηριστικά, τα οποία σχηματικά διαμορφώνουν μια πυραμίδα, με βάση την προτεινόμενη ποσότητά τους: 

  • Αφθονία τροφών φυτικής προέλευσης, όπως φρούτα, λαχανικά, πατάτες, δημητριακά, όσπρια, ξηροί καρποί, ελιές. Τα όσπρια εξασφαλίζουν στον οργανισμό ενέργεια, περιέχουν χαμηλά λιπαρά, πλήθος φυτικών ινών και πρωτεϊνών και σίδηρο. Οι ξηροί καρποί έχουν υψηλή συγκέντρωση σε μονοακόρεστα λιπαρά οξέα, φυτικές ίνες και βιταμίνες, ενώ μειώνουν τα επίπεδα της χοληστερόλης. Οι πατάτες παρέχουν ενέργεια, έχουν όμως υψηλό γλυκαιμικό δείκτη. Οι υδατάνθρακες είναι στη φυσική τους κατάσταση, ενώ το ψωμί από άσπρο αλεύρι, ζυμαρικά και ρύζι είναι σε μικρή ποσότητα.
  • Το ελαιόλαδo αποτελεί την κυριότερη πηγή λίπους. Είναι πηγή πλούσια σε μονοακόρεστα λιπαρά οξέα (κυρίως ελαϊκό οξύ), τα οποία ελαττώνουν τα τριγλυκερίδια, την ολική χοληστερόλη, την LDL χοληστερόλη στο αίμα, διατηρούν σταθερά τα επίπεδα της HDL, ενώ βελτιώνουν την αναλογία της «καλής» προς την «κακή» χοληστερόλη (Simini, 2000). Πλήθος επιδημιολογικών μελετών καταδεικνύουν ότι οι προηγούμενες ιδιότητες μπορούν να συνοδεύονται με μια μείωση στον κίνδυνο εμφάνισης στεφανιαίας νόσου (Covas, 2007). 
  • Καθημερινή λήψη μικρών ποσοτήτων γαλακτοκομικών προϊόντων, κυρίως τυρί και γιαούρτι. Είναι πηγή ανόργανων στοιχείων (ασβέστιο) και βιταμινών, αλλά και πρωτεϊνών υψηλής διατροφικής αξίας. Προτείνεται η κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων χαμηλών σε λιπαρά, μια και τα τρόφιμα αυτά περιέχουν μεν τα ευεργετικά συστατικά των γαλακτοκομικών, αλλά παράλληλα έχουν χαμηλή περιεκτικότητα σε κορεσμένα λιπαρά.
  • Κατανάλωση ψαριού και πουλερικώνσε εβδομαδιαία βάση. Τα πουλερικά εφοδιάζουν τον οργανισμό με πρωτεΐνες υψηλής διατροφικής αξίας και σίδηρο σε μορφή εύκολα απορροφήσιμη, ενώ το ψάρι με πρωτεΐνες απαραίτητες για τη σωστή ιστική δομή και αποκατάσταση από φθορές. Ακόμη περιέχουν α) μονοακόρεστα, πολυακόρεστα και κορεσμένα λίπη, β) λιποδιαλυτές βιταμίνες (Α, D, E, K), αλλά και υδατοδιαλυτές βιταμίνες του συμπλέγματος Β, γ) πολύτιμα μεταλλικά στοιχεία, όπως το ασβέστιο, ο φώσφορος, το σελήνιο και το ιώδιο και δ) ω-3 λιπαρά οξέα.
  • Αυγά. Συνίσταται η κατανάλωση μέχρι 4 εβδομαδιαίως, σε όποια μορφή. Αποτελούν τροφή πλούσια σε πρωτεΐνες υψηλής βιολογικής αξίας, βιταμίνες και ανόργανα στοιχεία.
  • Κατανάλωση ζάχαρης μόνο σε εβδομαδιαία βάση, λόγω του κινδύνου εμφάνιση τερηδόνας και διαταραχής του μεταβολισμού της γλυκόζης. Για επιδόρπιο, η καθημερινή δόση γλυκού αναπληρώνεται με φρέσκα φρούτα και όχι  επεξεργασμένα γλυκά, αγορασμένα από καταστήματα.
  • "Κόκκινο" κρέας, λίγες φορές μηνιαίως. Όλα τα είδη κόκκινου κρέατος, όπως το μοσχαρίσιο, το χοιρινό, το κατσικίσιο και το αρνίσιο περιέχουν πρωτεΐνες υψηλής διατροφικής αξίας, σίδηρο, ψευδάργυρο και πολλές βιταμίνες, αλλά και κορεσμένα λιπαρά οξέα, με αρνητικές επιδράσεις για την υγεία.
  • Φυσική δραστηριότητα, σε καθημερινή βάση και λίγη ώρα είναι πολύ σημαντική για τη διατήρηση του ιδανικού σωματικού βάρους και της υγείας.
  • Περιορισμένη κατανάλωση κρασιού. Η προτεινόμενη δόση συνίσταται σε 30 g αιθυλικής αλκοόλης ημερησίως για τους άνδρες και 15 g για τις γυναίκες. Προτεινόμενο είναι το κόκκινο κρασί, καθώς περιέχει φλαβονοειδή με ισχυρές αντιοξειδωτικές ιδιότητες (Baron-Menguy,2007).

ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ  ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΤΡΟΦΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ  (Simopoulos, 2005)

Διατρέχοντας στην ιστορία της διατροφής, αξίζει να αναφερθούμε στους κυριότερους σταθμούς αυτής. Ως πρώτος καταγράφεται η Παλαιολιθική Εποχή, πολύ πριν το 10.000 π.Χ., οπότε ο πρωτόγονος άνθρωπος είχε ως κύρια απασχόλησή του την αναζήτηση και συλλογή τροφής. Αργότερα, γύρω στο 8.000 π.Χ., ήταν η περίοδος της «Παραγωγικής Επανάστασης», όπου ο άνθρωπος γίνεται καλλιεργητής της γης. Περί το 4.000 π.Χ., ο άνθρωπος έφτιαξε και χρησιμοποίησε τα πρώτα γεωργικά εργαλεία (Νεολιθική Εποχή). Η πρώτη τροφή που καλλιεργήθηκε ήταν τα σιτηρά. Στην αναζήτηση της τροφής, βοήθησε η εξημέρωση ορισμένων ζώων (τα πρώτα βοοειδή, αιγοπρόβατα, όνοι και άλλα) και η χρησιμοποίησή τους σε οικιακές εργασίες (3.000 π.Χ). Οι πρώτες εκτροφές έγιναν σε Ασία και Αίγυπτο. Οι Αιγύπτιοι ήταν οι πρώτοι που παρασκεύασαν ψωμί μεταξύ (5.000 π.Χ - 4.000 π.Χ. περίπου). Αρκετά αργότερα, εφεύραν τη μέθοδο παρασκευής τυριού (περί το 3.000 π.Χ.) και τη συντήρηση του κρέατος με αφυδάτωση. Την εποχή του Μετάλλου (2.800 π.Χ.), άρχισε η κατασκευή μεταλλικών εργαλείων, που βοήθησαν τον άνθρωπο στον έλεγχο του περιβάλλον του και στην ανεύρεση τροφών. Κατά τους Αρχαίους Χρόνους, από το 1.100 π.Χ. και μετά, οι Έλληνες διατρέφονταν με λιτό τρόπο. Ψωμί φτιαγμένο από κριθάρι, τυρί, ελιές, ελαιόλαδο, σύκα συνόδευαν το εκλεκτό ελληνικό κρασί που ήταν φημισμένο για το άρωμα και τη γεύση του.

Στην αρχαία Ρώμη (300 π.Χ. έως 400 μ.Χ.) γνώριζαν πολλά για τις μεθόδους καλλιέργειας διαφόρων ειδών και για τη χρήση των γεωργικών εργαλείων. Τα πλούσια γεύματα, συνοδεύονταν από ακριβά και σπάνια είδη διατροφής, όπως γαρίδες, ψάρια, κρέας μαγειρεμένο με ποικίλους τρόπους και με διάφορα καρυκεύματα, άφθονο κρασί και άλλα είδη που, πολλές φορές, ήταν εισαγόμενα από χώρες της Ανατολής, την Ισπανία, την Ελλάδα ή τη Γαλλία.

Κατά τον 14ο και 15ο αιώνα, οι διάφοροι μεγάλοι εξερευνητές επέτρεψαν την εισαγωγή και ανταλλαγή προϊόντων και φυσικά την επιρροή στον τρόπο διατροφής και μαγειρικής καθώς και παρουσίασης των εδεσμάτων. Οι Ισπανοί ήταν εκείνοι που εισήγαγαν νέα είδη φυτών στην Ευρώπη, όπως το καλαμπόκι από την Αμερική και την πατάτα από το Περού.

Η ανάπτυξη της τυπογραφίας διευκόλυνε τη διάδοση των νέων μεθόδων παρασκευής και συντήρησης των τροφίμων. Τότε μια διατροφή πλούσια σε σαλάτες προβλήθηκε από τον Giacomo Castelvetro στο A Brief Account of the Fruits, Herbs and Vegetables of Italy (Mitrou, 2007).  Αυτός προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να πείσει την Αγγλία να τρώει περισσότερα φρούτα και λαχανικά. Τον 15ο και 16ο αιώνα ιδρύθηκαν τα πρώτα εργοστάσια ζάχαρης στο Λονδίνο και αναπτύχθηκε σημαντικά η βιομηχανία αλλαντικών στη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ιταλία. Το 1760 γίνεται η «Βιομηχανική Επανάσταση» που ξεκινά από τη Δυτική Ευρώπη. Το 1809, είναι το έτος που αποτελεί σταθμό στην ιστορία της κονσερβοποιίας, όταν πρώτος ο Γάλλος μάγειρας NikolaAppert ανακοίνωσε τα αποτελέσματα των ερευνών του, που αφορούσαν στη διατήρηση τροφίμων σε γυάλινα κλειστά βάζα. Ο 19ος αιώνας χαρακτηρίζεται από εκβιομηχάνιση της γεωργίας, δημιουργία νέων βελτιωμένων ποικιλιών φυτών και φυλών ζώων και εξέλιξη του κλάδου της βιομηχανίας των τροφίμων.
Εκτός από τις εφευρέσεις και άλλοι παράγοντες όπως η θρησκεία, το πολιτιστικό επίπεδο, τα ήθη και τα έθιμα, το περιβάλλον και το κλίμα διαμόρφωσαν και πολλές φορές καθόρισαν τις διατροφικές συνήθειες των λαών.
Μεταξύ 1910 και 1960, ξεκίνησε για πρώτη φορά η αποθήκευση επεξεργασμένων τροφίμων σε κονσέρβες και ακολούθησε η ανακάλυψη και παραγωγή έτοιμων τροφίμων. Από τις μάζες δόθηκε υπερβολική έμφαση σε φαγητά με υψηλά ποσοστά κορεσμένου λίπους και ακολούθησε η περιφρόνηση των φυτικών τροφών.

Γύρω στο 1970, η Αμερικάνικη βιομηχανία βοοειδών και γάλακτος, άρχισε να παράγει προϊόντα με λιγότερα λιπαρά. Εκατοντάδες παραλλαγές με λίγα, ή καθόλου λιπαρά των αγαπημένων μας τροφών, έκαναν την εμφάνισής τους. Στην αρχή της δεκαετίας του 90, η έρευνα άρχισε να φωτίζει τις διαφορές ανάμεσα στους τύπους των λιπών. Επιστήμονες αναγνώρισαν ότι υψηλά επίπεδα ενός ορισμένου τύπου χοληστερόλης του αίματος – της HDL- ή όπως άρχισε να γίνεται γνωστή, σαν «καλή χοληστερόλη» - μπορούσαν σημαντικά στην πρόληψη της στεφανιαίας νόσου, όσο και τα χαμηλά επίπεδα της ολικής χοληστερόλης του αίματος, ή «κακής» χοληστερόλης (LDL). Επειδή μια διατροφή χαμηλή σε κορεσμένα λίπη κι υψηλή σε μονοακόρεστα λίπη φάνηκε ότι προωθεί την HDL χοληστερόλη, η ΜΔ έγινε θέμα ενδιαφέροντος. Το λάδι της ελιάς, το κύριο λίπος της διατροφής αυτής, είναι πλούσια πηγή μονοακόρεστων λιπών. Αυτό, υπέθεσαν οι επιστήμονες, ότι μπορούσε να συνεισφέρει σημαντικά στα χαμηλότερα ποσοστά στεφανιαίας νόσου, της περιοχής της Μεσογείου.

Φτάνοντας στη σημερινή εποχή, υπάρχει σαφής γνώση ότι τα επεξεργασμένα και πακεταρισμένα τρόφιμα περιέχουν αρκετές θερμίδες, κορεσμένα λίπη, ζάχαρη, και συντηρητικά και είναι τεκμηριωμένη η υπεροχή της ΜΔ. Περισσότερο από ποτέ η υγιεινή διατροφή συγκρούεται με τις συνήθειες της δυτικής διατροφής.    

Σταχυολογώντας την ιστορία του ανθρώπου στη γη, διάφοροι περιβαλλοντικοί, κοινωνικοί, οικονομικοί και πολιτισμικοί παράγοντες συνετέλεσαν στη διαμόρφωση διαφορετικών συστημάτων καλλιέργειας και διατροφής στις διάφορες περιοχές, με διαφορετικό όμως δυναμικό σε σχέση με την υγεία (Willet 2006).

ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ ΤΗΣ ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΗΣ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ

Το 1945, πρώτος ο Αμερικανός φυσιολόγος και ιατρός Ancel Keys στο Σαλέρνο της Ιταλίας, διατύπωσε την υψηλή βιολογική αξία της μεσογειακής διατροφής. Η αμφισβήτηση της θεωρίας του συνεχίστηκε μέχρι τη δεκαετία του 1990. Η Μελέτη των Επτά Χωρών (Seven Countries Study) αποτυπώνει για πρώτη φορά με τρόπο αντικειμενικό την υγιεινή φύση της μεσογειακής διατροφής. Το όνομα της μελέτης  περιγράψει το μοντέλο διατροφής, το οποίο ακολουθούσαν οι λαοί των μεσογειακών χωρών (Ελλάδα, Κύπρος, Ισπανία, Ιταλία, Αλβανία, πρώην Γιουγκοσλαβία και Βουλγαρία) (Smith, 2009).

Η πιο συχνά κατανοητή εκδοχή της μεσογειακής διατροφής παρουσιάστηκε από τον Δρ Walter Willett της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ  στα μέσα της δεκαετίας του 1990 (Fung 2009). Διατύπωσε την άποψη ότι η μεσογειακή διατροφή, που στηρίζεται στα «πρότυπα τροφίμων της Κρήτης, του μεγαλύτερου μέρους της υπόλοιπης Ελλάδας και της Νότιας Ιταλίας στις αρχές της δεκαετίας του 1960", σε συνδυασμό με μια "τακτική σωματική δραστηριότητα», εξασφαλίζει ένα αυξημένο αριθμό χρόνων υγιούς ζωής.

Το 1993, στη Διεθνή Διάσκεψη για τη Μεσογειακή Διατροφή ορίσθηκε τι θα θεωρείται υγιεινή, παραδοσιακή Μεσογειακή διατροφή (Barringer, 2001) ενώ το 1995 μια ομάδα επιστημόνων του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ δημιούργησε την "Πυραμίδα της Μεσογειακής Διατροφής"(Mantzoros, 2009).

Τις τελευταίες δεκαετίες, η επιστημονική κοινότητα έχει αναγνωρίσει, μέσα από πληθώρα κλινικών και επιδημιολογικών μελετών, το σημαντικό ρόλο της Μεσογειακής Διατροφής, τόσο στην πρόληψη όσο και στην έκβαση χρόνιων ασθενειών, όπως ο καρκίνος και οι καρδιοαγγειακές παθήσεις (Trichopoulou 2005, Covas 2009) καθώς και στην εξασφάλιση ενός υγιεινού τρόπου ζωής, που προσφέρει ευεξία, μείωση της θνησιμότητας και αύξηση του χρόνου επιβίωσης, μέχρι και κατά 50% (Brown, 2007).

Η σημασία και η βαρύνουσα αξία που αποδίδεται στη Μεσογειακή διατροφή από την επιστημονική κοινότητα, φωτίζεται και υπογραμμίζεται με τον καλύτερο τρόπο από το γεγονός η UNESCO, στις 17 Νοεμβρίου 2010, τη συμπεριέλαβε στον Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας, κατόπιν αιτήματος που υπέβαλαν από κοινού η Ελλάδα, η Ισπανία, η Ιταλία και το Μαρόκο (UNESCO). Η πρόταση στηρίχθηκε στο γεγονός ότι, παρά τις διατροφικές διαφοροποιήσεις και τις πολιτισμικές συνήθειες που συνοδεύουν τις διάφορες χώρες, τα προϊόντα που διαμορφώνουν γιορτές και κύκλους ζωής είναι παρόμοια: ελαιόλαδο, σιτάρι και κρασί είναι η χρυσή τριλογία για όλη τη Μεσόγειο. Τα έξι βασικά σημεία της πρότασης ήταν:

Α) Φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά και ενδυναμώνει τις κοινωνικές σχέσεις. Ο Πλούταρχος έγραφε: «δεν καθόμαστε στο τραπέζι για να φάμε αλλά για να φάμε μαζί».

Β) Συμβάλλει στην βιώσιμη διαχείριση της υπαίθρου και των φυσικών πόρων και ιδιαίτερα στην διατήρηση παραδοσιακών πρακτικών καλλιέργειας, κτηνοτροφίας και αλιείας.

Γ) Συμβάλλει στην καλή σωματική και ψυχική υγεία και δημιουργικότητα.

Δ) Αποτελεί στοιχείο διαπολιτιστικής και διαγενεακής ανταλλαγής γνώσεων, συνηθειών, παραδόσεων κλπ.

Ε) Βρίσκεται στο κέντρο σημαντικών κοινωνικών εκδηλώσεων, πανηγύρια, γάμοι, βαφτίσια κλπ

ΣΤ) Είναι διαρκώς παρούσα στην προφορική παράδοση: τραγούδια, χοροί, παροιμίες, κουβέντες έπειτα από γεύμα.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Simini Β, Renaud S.From French paradox to Cretan miracle. The Lancet 2000; 355: 9197:48.
  2. Covas M.I. Olive oil and the cardiovascular system. Pharmacol Res 2007; 55: 175–86.
  3. Baron-Menguy C, Bocquet A, Guihot AL et al. Εffects of red wine polyphenols on postischemic neovascularization model in rats: low doses are proangiogenic, high doses anti-angiogenic. FASEB J 2007; 21: 3511–21.
  4. Simopoulos A.P. What is so special about the diet of Greece? The scientific evidence. Nutrition and Fitness: Mental Health, Aging, and the Implementation of a Healthy Diet and Physical Activity Lifestyle. Karger Publishers, 2005, pp. 80–91.
  5. Mitrou PN, Kipnis V, Thiιbaut AC, Reedy J, Subar AF, Wirfδlt E, Flood A, Mouw T,HollenbeckAR, Leitzmann MF, Schatzkin A. Mediterranean dietary pattern and prediction of all-cause mortality in aUSpopulation: results from the NIH-AARP Diet and Health Study. Arch Intern Med 2007; 167: 2461–8.
  6. Willett WC, Koplan JP, Nugent R, Dusenbury C, Puska P, Gaziano TA. Prevention of Chronic Disease by Means of Diet and Lifestyle Changes. In: Jamison DT, Breman JG, Measham AR, Alleyne G, Claeson M, Evans DB, Jha P, Mills A, Musgrove P, editors. Disease Control Priorities in Developing Countries. 2nd edition. Washington (DC): World Bank; 2006. Chapter 44.
  7. Smith J. The Mediterranean diets: Nutrition and gastronomy. Functional Food Product Development, John Wiley and Sons, 2009.
  8. Fung TT, Rexrode KM, Mantzoros CS, Manson JE, Willett WC, Hu FB. Mediterranean diet and incidence of and mortality from coronary heart disease and stroke in women. Circulation 2009; 3; 119: 1093-100.
  9. Barringer T.A. Mediterranean diets and cardiovascular disease. Current Atherosclerosis Rep (Current Medicine Group LLC) 2001; 3: 437-438.
  10. C. S. Mantzoros. Nutrition and metabolism: underlying mechanisms and clinical consequences. Springer 2009, p. 265.
  11. Trichopoulou et al. Arch Intern Med 2005; 165: 929-935.
  12. Covas et al. J Cardiovasc Pharmacol 2009; 54: 477–482.
  13. Brown JM, Shelness GS, Rudel LL. Monounsaturated fatty acids and atherosclerosis: opposing views from epidemiology and experimental animal models. Curr Atheroscler Rep 2007; 9: 494–500.
  14. Unesco, the Mediterranean diet


Κοτζιά Δόξα,παιδίατρος,   Tώνια Βασιλάκου, Επιστημονικός Συνεργάτης Τομέα Υγιεινής της Διατροφής και Βιοχημείας, Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας.

<< Επιστροφή στην λίστα

© BIO | info@biomagazine.gr

Powered by CreativeWorks