A PHP Error was encountered

Severity: Notice

Message: Only variable references should be returned by reference

Filename: core/Common.php

Line Number: 257

A PHP Error was encountered

Severity: Warning

Message: Cannot modify header information - headers already sent by (output started at /home/biomagaz/cwcms_core/system/core/Exceptions.php:185)

Filename: core/Security.php

Line Number: 188

A PHP Error was encountered

Severity: Warning

Message: Cannot modify header information - headers already sent by (output started at /home/biomagaz/cwcms_core/system/core/Exceptions.php:185)

Filename: libraries/Session.php

Line Number: 672

BIO Magazine - ΕΝΔΟΜΗΤΡΙΩΣΗ: ΜΙΑ ΣΥΧΝΗ ΚΑΛΟΗΘΗΣ ΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ Δεκέμβριος 2015
Δεκέμβριος 2015 No38

BIO Health

ΕΝΔΟΜΗΤΡΙΩΣΗ: ΜΙΑ ΣΥΧΝΗ ΚΑΛΟΗΘΗΣ ΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ
ΕΝΔΟΜΗΤΡΙΩΣΗ: ΜΙΑ ΣΥΧΝΗ ΚΑΛΟΗΘΗΣ ΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ

Πρόκειται για ιδιοπαθή καλοήθη νοσολογική οντότητα, αποτέλεσμα γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. 

Αφορά στην παρουσία έκτοπου λειτουργικού ενδομητρίου (ιστός που σε φυσιολογικές συνθήκες καλύπτει αποκλειστικά το εσωτερικό της μήτρας) σε άλλα μέρη του σώματος- εκτός της μήτρας.

 

ΕΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΑ 

Τα ποσοστά ανίχνευσης της ανέρχονται στις προ-εμμηνοπαυσιακές γυναίκες στο 5-15%, ενώ στις μετεμμηνοπαυσιακές στο 3-5%. Πάνω από 80% των ασθενών ανήκει στην αναπαραγωγική ηλικία, ενώ 10% στην εφηβική. 

Χαρακτηριστικό είναι ότι μία στις τρεις γυναίκες με ζήτημα υπογονιμότητας πάσχει από τη νόσο. 

Παρ’ όλα αυτά δεν είναι δυνατόν να υπολογιστεί το ακριβές ποσοστό της παρουσίας της, διότι οι περισσότερες περιπτώσεις δεν συνοδεύονται από ηχηρή κλινική συμπτωματολογία.

 

ΕΝΤΟΠΙΣΗ 

Η νόσος εντοπίζεται συχνότερα στην πυελική κοιλότητα και συγκεκριμένα σε 

1) ωοθήκες,

2) σάλπιγγες, 

3) κόλπο ,

4) πυελικό τοίχωμα και 

5) συνδέσμους της μήτρας. 

Μεγάλο είναι το ποσοστό εξωπυελικής συνύπαρξης ενδομήτριου ιστού και αναλυτικότερα σε 

  1. Πεπτικό σύστημα (ορθοσιγμοειδές, ορθο-κολπικό διάφραγμα, λεπτό έντερο, τυφλό, κόλον και σκωληκοειδή απόφυση) και περιτόναιο, 
  2. Μετεγχειρητικές τομές (ιδίως μετά από καισαρική τομή),
  3. Ομφαλική χώρα, νεφρούς, ουρητήρες, ουροδόχο κύστη, ήπαρ,
  4. Εγκέφαλο και σπονδυλική στήλη,
  5. Θωρακικό τοίχωμα, πνεύμονες, διάφραγμα, καρδιά.

ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ

Το συχνότερο σύμπτωμα της είναι το πυελικό άλγος, σχετιζόμενο με τον κατά μηνιαίο κύκλο.

 Η παρουσία του ενδομητρικού ιστού σε εξωπυελικά μέρη συνοδεύεται από συγκεκριμένη- για τη θέση- συμπτωματολογία ή σπανιότερα από γενικευμένη μη ειδική κλινική εικόνα. 

Έτσι μπορεί να προβάλλει ως άλγος στην ούρηση, κένωση, σεξουαλική επαφή και οσφύ κατά την έμμηνο ρύση ή ως υπογονιμότητα.  

 

ΠΑΘΟΓΕΝΕΙΑ

Η ακριβής αιτιολογία της νόσου παραμένει άγνωστη. Οι έως τώρα διατυπωθείσες θεωρίες εξηγούν ένα μέρος της παθογένειας, χωρίς παράλληλη αποσαφήνιση όλων των παθογενετικών μηχανισμών. 

Έξι θεωρίες, έχουν έως τώρα, διατυπωθεί. Αυτές είναι:

  1. Η μεταστατική θεωρία ή θεωρία ανάστροφης εμμηνορυσίας. Η θεωρία αυτή πιθανολογεί την ανάδρομη πορεία του ιστού μέσω των ωαγωγών κατά το μηνιαίο κύκλο και την εναπόθεσή αυτού στα εσωτερικά όργανα της πυέλου, όπου παραμένει και αναπτύσσεται. Ελεύθερο εμμηνορησιακό ενδομήτριο εμφυτεύεται επίσης σε εξωπυελικούς τόπους, όπως σε χειρουργικές τομές, σε τομές που τραυματίζονται κατά τη διάρκεια του τοκετού και ανάστροφα δια ελλειμμάτων του διαφράγματος και διαφραγματικών λεμφαγγείων στην θωρακική κοιλότητα. Έχει αποδειχθεί ότι το 90% των υγιών γυναικών εμφανίζουν την πορεία αυτή, χωρίς οι περισσότερες από αυτές να αναπτύσσουν ενδομητρίωση. Αφορμή, λοιπόν, είναι μια ορμονική ή ανοσολογική διαταραχή, που επιφέρει την εκδήλωση της νόσου. Αδυναμία της αποτελεί η ερμηνεία της εμφάνισης της νόσου σε γυναίκες που υπέστησαν υστερεκτομή ή απολίνωση των σαλπίγγων. 
  2. Η μεταπλαστική θεωρία. Κατά τη θεωρία αυτή, ο ενδομήτριος ιστός δύναται να αντικαθιστά άλλους ιστούς, σε εξωπυελικές θέσεις, τόσο κατά την οργανογένεση του εμβρύου όσο και κατά την ενήλικο ζωή, από ώριμα κύτταρα με ικανότητα μετατροπής σε αναπαραγωγικό ιστό. 
  3. Η γενετική προδιάθεση. Επιδημιολογικές μελέτες αναδεικνύουν την αυξημένη επίπτωση σε μέλη της ίδιας οικογένειας, καταδεικνύοντας έτσι την οικογενή προδιάθεση της νόσου, δια μέσου ενός πολυγονιδιακού τρόπου κληρονομικότητας. 
  4. Η αγγειακή διασπορά. Η εμφάνιση της νόσου, σε απομακρυσμένα από την πύελο, όργανα (εγκέφαλο, οφθαλμοί, δέρμα, πνεύμονες) μπορεί να αποδοθεί στη μεταφορά του έκτοπου ιστού μέσω του αγγειακού ή λεμφικού συστήματος.
  5. Η διαταραχή ανοσίας. Μια μικρή σειρά ασθενών πάσχει από ανοσολογικά ελλείμματα ή διαταραχές, χωρίς να διευκρινίζεται ποιο προηγήθηκε.
  6. Περιβαλλοντικοί παράγοντες. Καθημερινά οι άνθρωποι εκτίθενται σε μολυσματικούς ρύπους, οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν δυσμενώς φυσιολογικές διαδικασίες του οργανισμού και να προκαλέσουν νόσο. Πολλοί από αυτούς τους ρύπους είναι επίμονοι (λιπόφιλες οργανοχλωρικές ουσίες, διγοξίνες, πολυχλωρινούχα διφαινύλια), με μακρύ χρόνο ημίσειας ζωής και ικανότητα συσσώρευσης.

Ιδιαίτερος λόγος αξίζει να γίνει για τους παράγοντες που επιβαρύνουν τη νόσο.

  1. Ορμόνες. Η επίδραση της προγεστερόνης, στα πλαίσια της εγκυμοσύνης ή θεραπευτικής χορήγησης της, μπορεί να επιφέρει ατροφικές αλλοιώσεις των αδένων, διαυγοκυτταρική μετατροπή των επιθηλιακών κυττάρων και αιμορραγία/ φθαρτική μετατροπή του στρώματος.

Ακόμη η χορήγηση των οιστρογόνων μπορεί να προκαλέσει υπερπλαστικές αλλοιώσεις και ατυπία των αδένων, εκδηλώνοντας έτσι το νεοπλασματικό δυναμικό της νόσου.

  1. Μικροπεριβάλλον ωοθηκών, όπως η απουσία ωορρηξίας και το σύνδρομο άρρηκτων ή επίμονων ωχρινοποιημένων ωοθηλακίων, ευοδώνουν την εμφάνιση και επέκταση της νόσου.

 

ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Αρχικά γίνεται καταγραφή των κλινικών συμπτωμάτων, του ατομικού ιστορικού (με ιδιαίτερη βάση του γυναικολογικού) και της κληρονομικότητας. 

Η κλινική εξέταση θα πρέπει να είναι ενδελεχής και να αφορά σε όλα τα συστήματα, όχι μόνο το γεννητικό.

Σύνηθες φαινόμενο αποτελεί η καθυστερημένη διάγνωση, που φτάνει τα 8-11 χρόνια από την πρωτοεμφάνιση συμπτωμάτων, οφειλόμενη στην απουσία αξιόπιστης μη επεμβατικής διαγνωστικής δοκιμασίας. 

 Η μόνη σύγχρονη και απόλυτα ενδεικνυόμενη διαγνωστική προσέγγιση είναι η λαπαροσκόπηση και η παράλληλη λήψη βιοψιών από τον πάσχοντα ιστό. 

Στην διάγνωση της νόσου συνεισφέρουν σημαντικά το υπερηχογράφημα (διακολπικό ή διορθικό), η μαγνητική/ αξονική τομογραφία , ο βαριούχος υποκλυσμός και η πυελογραφία. Αιματολογικές εξετάσεις δύσκολα αναζητούνται, με εξαίρεση τον καρκινικό δείκτη CA125 στον ορό, ο οποίος χρησιμοποιείται ως ενισχυτικό της διάγνωσης, μα κυρίως ως δείκτης παρακολούθησης της θεραπευτικής πορείας της νόσου.   

Ιδιαίτερα βοηθητικό για το θεράπων ιατρό θα ήταν η συστηματική καταγραφή της συχνότητας και της έντασης του πόνου, με τη μορφή σημειώσεων ημερολογίου από την πλευρά της ασθενούς. 

 

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Η αντιμετώπιση της νόσου κρίνεται αναγκαία εκτός από ιατρικούς λόγους (βελτίωση πόνου και υπογονιμότητας) και για τη βελτίωση της ποιότητας της καθημερινότητας των ασθενών, μια και φαίνεται να επηρεάζεται η ερωτική, κοινωνική, επαγγελματική και οικογενειακή ζωή τους.

Αυτή εξατομικεύεται, ανάλογα με τις ανάγκες της κάθε γυναίκας, την ηλικία, την κλινική εικόνα, την εντόπιση, τα συνυπάρχοντα προβλήματα υγείας και της επιθυμίας για τεκνοποίηση.

Αυτή μπορεί να είναι φαρμακευτική, χειρουργική ή συνδυασμός αυτών.

Για την αντιμετώπιση του άλγους συνιστώνται αναλγητικά, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, μορφίνη ή οποιούχα. 

Για την μείωση παραγωγής των οιστρογόνων, χρησιμοποιούνται συνδυασμένα αντισυλληπτικά, προγεστερόνη, GnRH-ανάλογα (αγωνιστές και ανταγωνιστές) και αναστολείς της αρωματάσης.  

Η λαπαροσκόπηση (απλή ή ρομποτική) αποτελεί τη μοναδική καθολικά αποδεχόμενη μέθοδο θεραπείας. Στόχος αυτής είναι η αφαίρεση όλων των ενδομητρικών ιστών, γεγονός που εξασφαλίζεται μόνο από την εξειδίκευση και την εμπειρία του χειρουργού-γυναικολόγου. 

Σπάνια μπορεί να χρειασθεί ανοικτή λαπαροτομή, όπως σε περιπτώσεις εκτεταμένης νόσου ή εκτομής του εντέρου.   

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η ενδομητρίωση είναι μία ιδιοπαθής, καλοήθης εξεργασία του γυναικείου γεννητικού συστήματος. Απαντάται συχνά σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, για το λόγο αυτό θα πρέπει να τίθεται στις πρώτες θέσεις της διαφορικής διάγνωσης του χρόνιου περιοδικού πόνου. 

 

  

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

  1. Kondi-Pafiti A. Σημειώσεις από την αντίστοιχη σειρά μαθημάτων (Δευτερογενές Μυλλέριο Σύστημα) στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Νεοπλασματική νόσος: σύγχρονη κλινικοπαθολογοανατομική προσέγγιση στην έρευνα»» της Ιατρικής Σχολής Αθηνών (2009-2011). 
  2. Marinis A, Vassiliou J et al, Endometriosis mimicking soft tissue tumors: diagnosis and treatment, Eur J Gynaecol Oncol 2006; 27: 168-170.   
  3. Kondi-Pafiti A, Spanidou-Carvouni H et al, Malignant neoplasms arising in endometriosis: clinicopathological study of 14 cases, Clin Exp Obstet Gynecol 2004; 31: 302-4.
  4. Kondi-Pafiti A, Grapsa D et al, Ectopic deciduas mimicking metastatic lesions. Report of 3 cases and review of the literature, Eur J Gynaecol Oncol 2005; 26: 459-461. 
  5. Kondi-Pafiti A, Kairi-Vassilatou E, Spanidou-Carvouni H et al, Extragenital cystic lesions of peritoneum, mesentery and retroperitoneum of the female. Clinicopathological characteristics of 19 cases, Eur J Gynaecol Oncol 2005; 26: 323-6.
  6. Lauchlan S, The secondary Mullerian System revisited, review, Int J Gynecol Pathol 1994; 13: 73-9.
  7. Samartzis N, Samartzis EP, Noske A, Fedier A, Dedes KJ, Caduff R, Fink D, Imesch P, Expression of the G protein-coupled estrogen receptor (GPER) in endometriosis: a tissue microarray study, Reprod Biol Endocrinol. 2012; 10: 30.
  8. Gerlinger C, Faustmann T, Hassal JJ, Seitz C, Treatment of endometriosis in different ethnic populations: a meta-analysis of two clinical trials, BMC Womens Health 2012; 12: 9.
  9. Sokalska A, Cress A, Bruner-Tran KL, Osteen KG, Taylor HS, Ortega I, Duleba AJ, Simvastatin decreases invasiveness of human endometrial stromal cells, Biol Reprod 2012; 4.
  10. Ho Sung Park, Kyu Yun Jang, Woo Sung Moon, Predecidualized endometriosis presenting as rectosigmoid polyps with stenosis, J Gastrointestin Liver Dis. 2012; 21: 7. 
  11. Schreinemacher MH, Backes WH, Slenter JM, Xanthoulea S, Delvoux B, van Winden L, Beets-Tan RG, Evers JL, Dunselman GA, Romano A, Towards endometriosis diagnosis by gadofosveset-trisodium enhanced magnetic resonance imaging, PloS One 2012; 7: 33241.
  12. Yang MH, Wang PH, Wang SJ, Sun WZ, Oyang YJ, Fuh JL, Women with endometriosis are more likely to suffer from migraines: a population-based study, PloS One 2012; 7: 33941.
  13. Ikeda T, Sasaki M, Sakon K, Koshiji T, An effective method of pleurodesis involving absorbable mesh for repetitive catamenial pneumothorax, Eur J Cardiothorac Surg 2012.
  14. Chang CY, Chen Y, Lin WC, Chen CM, Chen CP, Lee SC, Sheu JJ, Tsai FJ, MUC2 polymorphisms are associated with endometriosis development and infertility: a case-control study, BMC Med Genet 2012; 13: 15.
  15. Yoo JH, Cha SH, Park CW, Kim JY, Yang KM, Song IO, Koong MK, Kang IS, Kim HO, Serum anti-Müllerian hormone is a better predictor of ovarian response than FSH and age in IVF patients with endometriosis, Clin Exp Reprod Med. 2011; 38: 222-7. 

Κοτζιά Δόξα MD, Μπούτας Ιωάννης MD, Α. Κόνδη-Παφίτη, Αν. Καθηγήτρια Παθολογικής Ανατομικής, Διευθύντρια Εργαστηρίου Παθολογικής Ανατομικής, Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Αθηνών "Αρεταίειο"

<< Επιστροφή στην λίστα

© BIO | info@biomagazine.gr

Powered by CreativeWorks